Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...




Ό­ταν ο Κύ­ριος κα­λεί τους μα­θη­τές Του στον Μυ­στι­κό Δεί­πνο δεν μας πα­ρα­δί­δει πως κά­ποι­ες φο­ρές τον χρό­νο ή έ­στω κά­θε Κυ­ρια­κή οι Χρι­στια­νοί πη­γαί­νουν να κοι­νω­νή­σουν, τρώγοντας κάτι το ο­ποί­ο απλώς θα ο­νο­μά­ζουν σώ­μα και αί­μα Του. Στο Μυ­στι­κό Δεί­πνο ο Χρι­στός εγκαινιάζει έ­ναν ο­λό­κλη­ρο τρό­πο και μια αν­τί­λη­ψη ζω­ής. Μια νέ­α κο­σμο­θε­ω­ρί­α, η ο­ποί­α δεν εί­ναι κά­τι για να το πι­στεύ­ου­με και να το σκε­φτό­μα­στε, αλ­λά κά­τι για να το ζού­με. 

Η Θεί­α Κοι­νω­νί­α εί­ναι το α­πο­κο­ρύ­φω­μα αυ­τής της ζω­ής. Εί­ναι το σύμ­βο­λο ε­κεί­νο το μυ­στη­ρια­κό, με το ο­ποί­ο ζού­με ταυ­τό­χρο­να στο πα­ρελ­θόν, στο πα­ρόν και στο μέλ­λον. Θυ­μό­μα­στε ό­λα τα γε­γο­νό­τα της Θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας, αυ­τά που μνη­μο­νεύ­ου­με την Μ. Ε­βδο­μά­δα. Θυ­μό­μα­στε τα έ­σχα­τα, ό­τι δη­λα­δή θα γί­νει Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, και για ό­σους πι­στέ­ψα­νε στον Ι­η­σού Χρι­στό αλ­λά και για ό­σους αν­θρώ­πους έ­ζη­σαν ε­π' α­γα­θό παν­τα­χού της γης θα υ­πάρ­χει μα­κα­ρι­ό­τη­τα.

Τι νόημα έχει άραγε η Θεί­α Κοι­νω­νί­α χω­ρίς εκκλησιαστική ζω­ή, χωρίς Ευαγγέλιο; Τι νόημα έχει να συμμετέχουμε στην Θεία Ευχαριστία, αν την ζωή μας την χαρακηρίζει η αχαριστία, η γκρίνια, η οργή και η κατάκριση;Έ­χου­με φτά­σει σε  τό­σο με­γά­λη έκ­πτω­ση οι Νε­ο­έλ­λη­νες, που πολ­λοί α­πό ε­μάς έ­χου­με την ψευ­δαί­σθη­ση, ό­τι αν πά­με 1-2 φο­ρές τον χρό­νο και κοι­νω­νή­σου­με κάτι γίνεται. Κι άλ­λοι α­πό ε­μάς παρ'ότι πη­γαί­νου­με κά­θε βδο­μά­δα στην εκ­κλη­σί­α, δεν ζού­με χρι­στι­α­νι­κά κι έ­χου­με οι καημένοι την εν­τύ­πω­ση ό­τι αυ­τό εί­ναι ορ­θό­δο­ξη ζω­ή κι ό­τι αυ­τό ζή­τη­σε ο Χρι­στός α­πό ε­μάς. Ε­τού­το εί­ναι πλά­νη. Και εί­ναι πλά­νη με­γά­λη, για­τί εκ­κλη­σια­σμός χω­ρίς Ζω­ή εί­ναι τύ­πος. Θεί­α κοι­νω­νί­α χω­ρίς Χριστό εί­ναι πα­ρα­μύ­θι. 

Αύ­ριο το πρω­ί και το Μ. Σάβ­βα­το και τα Χρι­στού­γεν­να και τον Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο πολ­λοί α­πό ε­μάς πη­γαί­νου­με να κοι­νω­νή­σου­με, ε­νώ κα­τά τ' άλ­λα η ζω­ή μας εί­ναι ί­δια με των υ­πό­λοι­πων αν­θρώ­πων που δεν εί­ναι χρι­στια­νοί. Κι έ­χου­με την ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι ε­πει­δή θα με­τα­λά­βου­με κά­τι θα γί­νει. Ό­μως ε­κεί­νο που πε­τυ­χαί­νου­με α­πλώς εί­ναι, εί­τε μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή σχέ­ση με το μυ­στή­ριο, εί­τε αν το δού­με λι­γά­κι πιο αυ­στη­ρά, α­να­ξί­ως  κοι­νω­νού­με, ό­πως λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος. 

Κα­τά το Μυ­στι­κό Δεί­πνο ο Χρι­στός κη­ρύσ­σει μια ο­λό­κλη­ρη αν­τί­λη­ψη ζω­ής. Ή πιο σω­στά την α­να­κε­φα­λαι­ώ­νει για­τί την έ­χει κη­ρύ­ξει ε­πί τρί­α χρό­νια. Μην ξε­χνά­τε ό­τι στο Μυ­στι­κό Δεί­πνο λέ­ει στους μα­θη­τές Του ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ό,τι τους εί­χε πει και πριν, τους προ­α­ναγ­γέλ­λει ό­λα τα γε­γο­νό­τα της Θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας και τους ζη­τά­ει να τους πλύ­νει τα πό­δια. Για να τους θυ­μί­σει ό­τι α­πό ε­δώ και πέ­ρα θα πρέ­πει ε­κεί­νοι και να πο­ρευ­τούν στο ί­διο πά­θος που κι Ε­κεί­νος θα πο­ρευ­τεί και να κά­νουν ό,τι έ­κα­νε ο Ί­διος, να κη­ρύ­ξουν την Όντως Ζωή. Αλ­λά τους θυ­μί­ζει ό­τι η α­πο­στο­λή των χρι­στια­νών στον κό­σμο εί­ναι η δι­α­κο­νί­α των άλ­λων κι ό­χι η αυ­το­δι­καί­ω­ση και ο φα­να­τι­σμός. Συ­νε­πώς, Θεί­α Κοι­νω­νί­α χω­ρίς ζω­ή χρι­στι­α­νι­κή, εί­ναι ό­τι κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τον ε­αυ­τό μας α­πλώς.
 
Ας το θυ­μό­μα­στε αυ­τό και σή­με­ρα και αύ­ριο και ό­λη την χρο­νιά. Και ας σκύ­ψου­με με προ­σο­χή πά­νω στον λό­γο του Θε­ού, στο ευ­αγ­γέ­λιο. Για να δού­με τι θέ­λει α­πό ε­μάς ο Χρι­στός. Πολ­λοί α­πό ε­μάς ίσως βρι­σκό­μα­στε σε πε­ρί­ο­δο δυ­σκο­λί­ας. Άλ­λοι, οι νε­ό­τε­ροι α­να­ζη­τούν τα ί­χνη τους στην ζω­ή. Άλ­λοι, με­γα­λύ­τε­ροι μπο­ρεί να βρί­σκον­ται βυ­θι­σμέ­νοι στην ρου­τί­να ή σε προ­βλή­μα­τα. Σε ό­ποι­α κα­τά­στα­ση και να εί­μα­στε, σε ό­ποι­α η­λι­κί­α και να εί­μα­στε, σε ό­ποι­α δυ­σκο­λί­α και να εί­μα­στε, Ε­κεί­νος μας πε­ρι­μέ­νει. 

Για­τί ο Χρι­στός εί­ναι ο Θε­ός της α­γά­πης. Δεν τι­μω­ρεί, δεν κο­λά­ζει κα­νέ­να. Μό­νο πε­ρι­μέ­νει. Μό­νο α­γα­πά­ει. Μό­νο ζη­τά­ει. Το ζή­τη­μα εί­ναι πό­τε ε­μείς θα α­φυ­πνι­στού­με για να ξε­φύ­γου­με α­πό την θλί­ψη μας, την μι­ζέ­ρια μας, την στε­νο­χώ­ρια μας, τον ψυ­χα­ναγ­κα­σμό μας, την κα­κί­α μας, την μι­σαλ­λο­δο­ξί­α μας και να Τον α­να­ζη­τή­σου­με στη ζω­ή μας. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι μια α­πρό­σω­πη δύ­να­μη. Εί­ναι ο Θε­ός που ε­ναν­θρώ­πι­σε, μας μί­λη­σε κι ως πρό­σω­πο πρέ­πει να Τον α­να­ζη­τού­με στην ζω­ή μας. 

Τι νό­η­μα έ­χει να κοι­νω­νού­με αν δεν ε­πι­κοι­νω­νού­με μα­ζί Του; Τι νό­η­μα έ­χει να κοι­νω­νού­με αν δεν Τον α­να­ζη­τού­με κά­θε μέ­ρα; Ό­χι ως α­πο­κούμ­πι, αλ­λά ως πα­τέ­ρα, ως α­δερ­φό, ως φί­λο, ως στή­ριγ­μα και δύ­να­μη. Τι νό­η­μα έ­χει τε­λι­κά να εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε αν δεν κά­νου­με την ζω­ή Του ζω­ή μας; Ε­πα­να­λαμ­βά­νω ό­μως: ό­σο κι αν σφάλ­λα­με μας πε­ρι­μέ­νει. Ε­βδο­μη­κον­τά­κις ε­πτά να πέ­φτου­με, μας ζη­τά­ει να ση­κω­θού­με. Ό­πως έ­λε­γε και σ' ό­λα αυ­τά τα πρό­σω­πα μέ­σα στο Ευ­αγ­γέ­λιο. Μπο­ρεί να α­μαρ­τά­να­νε συ­νε­χώς αλ­λά τους έ­λε­γε "σή­κω και προ­χώ­ρα". Να προ­σέ­χου­με έ­να πράγ­μα μό­νο. Να μην γί­νου­με Φα­ρι­σαί­οι και Ι­ού­δες και να Τον προ­δί­δου­με. Ή να πα­ρι­στά­νου­με τους σω­σμέ­νους κι έ­τσι να εί­μα­στε μα­κριά α­πό το νυμ­φώ­να Του. 

Έ­τσι λοι­πόν, κα­θώς ξη­με­ρώ­νει το α­πο­κο­ρύ­φω­μα της Μ. Ε­βδο­μά­δος, το Πά­θος που ο­δη­γεί στην Α­νά­στα­ση, ας στο­χα­στού­με, ας προ­σευ­χη­θού­με, ας χα­μο­γε­λά­σου­με, ας συγ­χω­ρή­σου­με τον ε­αυ­τό μας πρώ­τ' α­π' ό­λα και με­τά τους άλ­λους κι ας α­πο­ζη­τή­σου­με τον Χρι­στό στην ζω­ή μας πε­ρισ­σό­τε­ρο. Α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Για­τί ε­πει­δή ζού­με σε δύ­σκο­λες ε­πο­χές έ­χου­με το προ­νό­μιο να βλέ­που­με πε­ρισ­σό­τε­ρο την μα­ται­ό­τη­τα του βί­ου μας και να Τον α­να­ζη­τά­με πιο πο­λύ στην ζω­ή μας. Α­μήν.

Απομαγνητοφώνηση: Αναστασία Χ.