30/6/11

30 Ἰουνίου, 19.30...




Σας περιμένουμε...


27/6/11

Ξεκίνα από την αρχή και όχι από το τέλος...


“O κόσμος είναι ανάλατος και άγευστος”, λες εσύ φίλε μου. Και εκατό φορές μου το επαναλαμβάνεις πώς ο κόσμος είναι ανάλατος κι εκατό φορές εξεγείρεσαι ενάντια σ’ αυτόν τον ανάλατο κόσμο. Και καμαρώνεις με την επανάσταση και απειλείς να ανατρέψεις τον κόσμο. Ξεκίνα από την αρχή και όχι από το τέλος, φίλε μου. Εξεγέρσου πρώτα ενάντια στον εαυτό σου, ενάντια στη δική σου έλλειψη αλατιού.



 “Οι άνθρωποι είναι σκοταδιστές και δολοφόνοι”, λες εσύ φίλε μου. Κι εκατό φορές εξεγείρεσαι ενάντια στην αμαρτία των άλλων ανθρώπων. Όμως, εξεγέρσου πρώτα ενάντια στον εαυτό σου, για να μπορέσεις μετά, με περισσότερη δύναμη και με περισσότερο δίκιο να εξεγείρεσαι ενάντια στους άλλους, και για να μπορέσω κι εγώ να πιστέψω στην επιτυχία της δικής σου επανάστασης.
        
                                         
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
 


 

22/6/11

Ο ΑΛΛΟΙΩΜΕΝΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ


                      
      Πολλοί μεν οι χριστιανοί, ολίγοι δε οι αληθινοί. Ο χριστιανός, που ως όνομα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Αντιόχεια από ανθρώπους που ένιωθαν την ύπαρξή τους να φλέγεται από τη ζέση της πίστης τους προς τον Ιησού Χριστό, κατήντησε συν τω χρόνω - και ιδίως στους χρόνους μας - μια Ανωνύμου Εταιρείας ιδιότητα. Περιφέρεται με στόμφο σε συζητήσεις, τίτλους, εκκλησίες και η κατοχή του ονόματος χριστιανός δε σηκώνει καμία αμφισβήτηση από κανέναν (ειδάλλως τα πρόσωπα κοκκινίζουν από οργή και τα στόματα ανοίγουν με ορμή εκτοξεύοντας προσβολές και ύβρεις). Οι περισσότεροι μάλιστα διεκδικούν επίμονα την καταγραφή τους στους  καταλόγους των ήδη σεσωσμένων. Διατείνονται πως είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για χάρη της πίστης τους αλλά με την πρώτη ευκαιρία την αρνούνται «πριν αλέκτωρ λαλήσει τρίς» ως άλλοι Πέτροι, δίχως την παραμικρή όμως διάθεση να κλάψουν «πικρώς». Οπωσδήποτε θα τολμήσουν να κόψουν τα αυτιά αυτών που καταφέρονται εναντίον του Θεού μας, όχι όμως και τα δικά τους, που κωφεύουν στις νουθεσίες των ιερέων και των πνευματικών πατέρων. Η μελέτη της Αγίας Γραφής είναι μάλλον περιττή και αφορά τους ανίδεους (σίγουρα όχι αυτούς, αφού ακολουθούν την καθεστηκυία τάξη του παρελθόντος, υιοθετώντας βέβαια ταυτόχρονα προλήψεις και δεισιδαιμονίες ουκ ολίγες). Δίνουν το παρόν σε ομιλίες, αντιαιρετικά σεμινάρια, αγρυπνίες και άλλες ακολουθίες αλλά η υπερηφάνεια, που είχαν κατά την είσοδό τους, παραμένει και κατά την έξοδό τους. Νεύουν καταφατικά το κεφάλι τους σε κάθε κήρυγμα αλλά το νεύουν αρνητικά σε κάθε άνοιγμα αγαπητικό προς τον συνάνθρωπο.

 
     Η αντίφαση αυτή, που παρουσιάζεται στη συμπεριφορά πολλών, σίγουρα δεν είναι εσκεμμένη. Είναι άνθρωποι απλοί, που χωρίς συνειδητή υστεροβουλία, συμμετέχουν στη λατρευτική ζωή, είναι τυπικοί στις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, ευαισθητοποιούνται μπρος στην ανθρώπινη δυστυχία και νιώθουν πως πορεύονται θεάρεστο δρόμο. Ο καθρέπτης της ψυχής τους δεν τους δείχνει υποκριτές.


      Τότε τί φταίει που τόσο απέχουν από τη γνήσια βίωση της αγάπης, τη βαθύτερη κατανόηση του αποστολικού κηρύγματος, τη μεταμόρφωσή τους σε αληθινούς υιούς του Θεού; Πιθανόν κάπου να έχει ραγίσει αυτός ο καθρέπτης και αδυνατούν να δουν τη ζωή τους καθ’ ολοκληρίαν. Ίσως από την οκνηρία των χρόνων να έχει θαμπώσει και τους επιστρέφει το είδωλό τους θολό. Ενδεχομένως να είναι παραμορφωτικός και δείχνει την καρδιά τους μεγαλύτερη απ’ όσο είναι. Ή πάλι, στη χειρότερη περίπτωση, να είναι γυρισμένος ανάποδα προ πολλού και αντί για καθρέπτης να είναι ένα αδιαπέραστο μουντό τείχος.

 
    Πολλά τα πιθανά αίτια του προβλήματος, βέβαιη ωστόσο η πραγματικότητά του. Είναι ανάγκη λοιπόν ο καθένας με ειλικρίνεια –και εφόσον το επιθυμεί– να αναλογιστεί για την εικόνα της ψυχής του και να θυμάται πως η κοπή ενός καινούριου καθρέπτη δεν είναι ακριβή, τουλάχιστον όχι όσο μονάκριβη είναι η αυτογνωσία.

                                                                                    Δέσποινα Κόλλια


20/6/11

Ἐν πλῷ...

                                        
 
                         Ένα σκαρί που ταξιδεύει χρόνια
                          -χιλιάδες δύο-
                          αντέχει εμάς
                          και τις ζωές μας ακόμα.

                         Άλλος ανέβηκε απ’ τα μικράτα του
                         κι άλλον τον έβγαλαν
                         μεσοστρατίς
                         δρόμοι ουδόλως ασφαλείς.

                          Έτερος, χωρίς να ξέρει το γιατί
                          πρότερο βίο, αστοχίες κι ένα πουλί καναρινί
                          τα  βαλε σε τούτο το σκαρί˙
                          σε νέα πλάτη ανοίχτηκε
                          στο δάκρυ του βαφτίστηκε
                          και μια ζωή, άλλη, θέλησε να ζήσει.

                          Έτερος, ανέβηκε με μια πληγή,
                          ταξιδιώτης μόνος στη γωνία
                          που αφουγκράζεται των συνεπιβατών
                          τη γλυκιά κοινωνία…
                          …τ’ αστεία τους που καμουφλάρουν
                          την αγάπη,
                          τις σιωπές που γεμίζει η αγάπη,
                          τα βλέμματα που υγραίνονται
                          απ’ την αγάπη,
                          θέλει κι αυτός ν’αξιωθεί.

                          Και μες στα πρόσωπα
                          -εκ του συστάδην-
                          αφήνει της μοναξιάς του
                          την αυτάρκεια την ψευδή
                          κι ανακαλύπτει της πληθύος την ισχύ,
                          την ιαματική.

                          Έτερος, του πένθους κουβαλάει το σταυρό,
                           χρόνος κι απώλεια ένα κενό, μα …
                           … καθώς ανοίχτηκε στου πλησίον του τα πλάτια,
                           βλέπει τη φθορά με άλλα μάτια.                            

                          Έτερος, σε τούτο το σκαρί
                          του σαρκίου κουβαλάει την πληγή,
                          ασθενεί το σώμα και παρασύρει την ψυχή
                          μα τώρα έμαθε και να δοξολογεί.
                          (το φορτίο είν’ εκεί αλλά…
                           … η αγάπη έχει άνωση)

                          Και ω! του παραδόξου θαύματος,
                          τέτοια βάρη ανάλαφρο να κάνουν το καράβι
                          σε πείσμα του καιρού και του ανέμου
                          σ’ ένα ταξίδι δίχως τέλος,
                          όπου ο «έτερος» γίνεται ε τ α ί ρ ο ς,
                          και κάτι περισσότερο,
                          α δ ε λ φ ό ς.
                                                                                                          
Ε . Ζ.

         

15/6/11

Αγάπησαν το σκοτάδι μάλλον παρά το φως...


Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν· ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει, ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά. Δια τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείον εστι της τροφής και το σώμα του ενδύματος;


Και οι άνθρωποι προτίμησαν το βαθύ σκοτάδι. Και το σκοτάδι κάλυψε τις ψυχές τους και πνίγηκαν από τον καπνό πολλοί. Και η θλίψη είναι μεγάλη, μα αλήθεια πολύ μεγάλη, που η μόνη αγωνιστικότητά μας εξαντλείται στο να βουλιάξουμε το καράβι-Ελλάς με το οποίο ταξιδεύουμε. Πρώτα ουρλιάζαμε κάτω από τα μπαλκόνια που τώρα θέλουμε να γκρεμίσουμε. Μετά πέσαμε με τα μούτρα στο κυνήγι της εξουσίας, του χρήματος και του βολέματος. 

Και τώρα, η αλαζονεία μας και η πεισματική άρνηση μας, στο να δούμε τι εμείς κάναμε στραβά, μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο χείλος μιας απύθμενης κατρακύλας. Και το σκοτάδι κυριεύει όλη τη χώρα με μια τυφλή διεκδίκηση δικαιωμάτων. Κολυμπάμε σε μια θάλασσα από σκατά. Και όσο πιο πολύ ψάχνουμε αλλού το πρόβλημα, τόσο πιο πυκνή γίνεται, και τέλος θα βουλιάξουμε ένας-ένας στον πάτο της κόλασης μας. 


 
 Σωστά είναι όλα αυτά με τα διεθνή οικονομικά παιχνίδια και τις τράπεζες. Όμως το πλήθος ταξιδεύει ακυβέρνητο. Ένα πλήθος που δεν θέλει να δει, παρασυρμένο από την κυρίαρχη (λαϊκίστικη) ιδεολογία θέλει μόνο να διεκδικεί, μα ποτέ δεν σκέφτεται τις υποχρεώσεις του. Φτάνει πια! Ας σταματήσουμε και ας σηκώσουμε τα μανίκια για να στρωθούμε στη δουλειά. Η χώρα μας βυθίζεται από την απραξία και την αλαζονεία των κατοίκων της με μια λογική άλογη. 



Η άμεση δημοκρατία σημαίνει και άμεση ανάληψη των ευθυνών. Ας δουλέψουμε όλοι μαζί για να φτιάξουμε το μέλλον των παιδιών μας κι όχι ένα αβασάνιστο βολεμένο σήμερα για μας. Κλέβουμε την περιουσία από τα παιδιά μας, σπιλώνουμε καθημερινά το χθες των προγόνων μας. Φερόμαστε   σαν κακομαθημένα παιδιά που επαναστατούν προς τους γονείς τους χωρίς όμως να αντιπροσφέρουν απολύτως τίποτα. 


 Ας τελειώσει λοιπόν αυτή η στραβή μεταπολιτευτική περίοδος με μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όπου ο λαός θα πάρει την ευθύνη του, για να μπούμε σε μία καινούργια φάση της ιστορίας. Όμως, ένας λαός παραδομένος στόν λαϊκισμό, που αγανακτεί για τα οικονομικά, αλλά αγνοεί εντελώς θέμα της παιδείας (αφού όλα αυτά τα χρόνια οι αλλαγές στην παιδεία αφορούσαν κυρίως τις εξετάσεις και τους εισακτέους και ποτέ την ουσιαστική καλλιέργεια), φοβάμαι ότι δεν μπορεί να πάει μακριά...


Υπέρ του έθνους, πάσης αρχής και εξουσίας εν αυτώ, 
του Κυρίου δεηθώμεν...

Υπέρ της πόλεως ταύτης, πάσης πόλεως και των (άνευ νοήματος και πίστεως αδελφών) οικούντων εν αυταίς, 
 του Κυρίου δεηθώμεν...

Φ.Π.

14/6/11

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ...

9/6/11

Ανόητε άνθρωπε, μικρέ...



...που νομίζεις πως είσαι το κέντρο του κόσμου, αν μόνο μπορούσες να εννοήσεις την απεραντοσύνη του σύμπαντος, αν επέτρεπες για μια στιγμή στον εαυτό σου να αντιληφθεί πόσο ασήμαντος είσαι, πόσο θλιβερή είναι η κακία και η έπαρσή σου, πόσο ανόητος ο πολιτικός ή ο θρησκευτικός φανατισμός σου, πόσο γελοία η απόλυτότητά των ιδεολογημάτων σου, μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος...ίσως να μπορούσες να αγαπήσεις λίγο παραπάνω τον εαυτό σου, τον πλησίον σου κα έτσι τελικά να νοιώσεις λίγο την αγάπη του Θεού...


7/6/11

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ!


Από τις εκδόσεις ΑΘΩΣ, το βιβλίο μαγειρικής της ενοριακής συντροφιάς μας...



 Καθώς πολλές γυναῖκες καί ἄντρες συναντιοῦνται κάθε Κυριακή μετά ἀπό τήν Θεία Λειτουργία γιά καφέ στό Πνευματικό μας Κέντρο, συζητοῦν, συμμετέχουν τακτικά σέ κοινές δραστηριότητες, σέ ὁμιλίες, σέ ἐκδηλώσεις, σέ χαρές καί λύπες, ἦταν ἑπόμενο νά δημιουργηθεῖ ἡ ἰδέα ἑνός τέτοιου πονήματος. Ἀφετηρία στάθηκε μία σειρά σεμιναρίων παραδοσιακῆς μαγειρικῆς πού διοργανώσαμε στό Ναό μας μέ τήν ἐκλεκτή συγγραφέα καί καθηγήτρια μαγειρικῆς Γεωργία Κοφινᾶ. Μᾶς δημιουργήθηκε λοιπόν, ἡ ἰδέα νά ζητήσουμε ἀπό τίς ἐνορίτισσες καί τούς ἐνορῖτες μας νά γράψουν παραδοσιακές συνταγές ἀπό τόν τόπο καταγωγῆς τους, ἔτσι ὅπως τίς ἔμαθαν ἀπό τίς μανάδες τους καί ἐξακολουθοῦν νά τίς μαγειρεύουν. Συγκεντρώσαμε τίς συνταγές, ἐπιλέξαμε 247 ἀπό αὐτές καί τίς μαγειρέψαμε μία πρός μία, γιά νά δοῦμε ἄν ὑπάρχουν λάθη.
Στήν συνέχεια, νεώτερες γυναῖκες τῆς ἐνορίας ἀνέλαβαν τήν συγγραφή, τήν δακτυλογράφηση, τήν διόρθωση, τήν ἐπιμέλεια τῶν κειμένων. Ἡ ἐκλεκτή ζωγράφος καί ἁγιογράφος Χριστίνα  Παπαθέου - Δουληγέρη ζωγράφισε τό ἐξώφυλλο καί τά σχέδια πού κοσμοῦν τίς σελίδες τοῦ βιβλίου καί ὁ καλός φωτογράφος Π. Κωνσταντινίδης τράβηξε φωτογραφίες καί τίς ἐπεξεργάστηκε. Ἡ ἔκδοση, λοιπόν, πού κρατᾶτε στά χέρια σας, ἀποτελεῖ τήν συλλογική προσπάθεια πολλῶν ἀδελφῶν πού μέ χαρά συμμετεῖχαν στήν δημιουργία αὐτή, μέ σκοπό νά μαθαίνουν οἱ νέοι καί νά θυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι.


4/6/11

Του τυφλού...



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
  του π. Χριστοδούλου Μπίθα

Σε ό­λα τα πολ­λά και ση­μαν­τι­κά που θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ερ­μη­νεύ­ον­τας την ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή, ας στα­θού­με λι­γά­κι σε κά­τι που φαί­νε­ται σε αρ­κε­τό κό­σμο πο­λύ δύ­σκο­λο να το κα­τα­λά­βει. Α­να­φέ­ρο­μαι σ’ αυ­τό τον δι­ά­λο­γο που γί­νε­ται στην αρ­χή α­νά­με­σα στους μα­θη­τές και στον Χρι­στό, ό­ταν βλέ­πουν τον τυ­φλό εκ γε­νε­τής  και του υ­πο­βάλ­λουν έ­να ε­ρώ­τη­μα, το ο­ποί­ο ό­χι μό­νο ε­κεί­νη την ε­πο­χή, αλ­λά δυ­στυ­χώς και σή­με­ρα πολ­λοί α­πό ε­μάς θα ρω­τού­σα­με, μην γνω­ρί­ζον­τας τι λέ­ει η πί­στη μας. Ρω­τούν, λοι­πόν, οι μα­θη­τές: «Για­τί του συμ­βαί­νει αυ­τή η εκ γε­νε­τής τύ­φλω­ση; Ποι­ος έ­χει α­μαρ­τή­σει; Αυ­τός ή οι γο­νείς του;» 


Στο ε­ρώ­τη­μα αυ­τό, οι μα­θη­τές εκ­φρά­ζουν μια α­πο­ρί­α. Τι λέ­ει αυ­τή; Κα­τ’ αρ­χάς βλέ­που­με μια αν­τί­λη­ψη που υ­πήρ­χε στη ρα­βι­νι­κή ερ­μη­νεί­α της ε­πο­χής, από παρερμηνεία της γραφής, ό­τι δηλλαδή βα­ραί­νει η α­μαρ­τί­α των γο­νι­ών τα παι­διά. Δη­λα­δή, μί­α πρά­ξη α­μαρ­τω­λή που κά­νει έ­νας γο­νιός να έ­χει ε­πί­πτω­ση στο παι­δί του. Αὐτό τό στήριζαν σε διάφορα χωρία, όπως στόν 50ο ψαλμό, πού λέει: Εν αμαρτίαις εγεννήθην καί εν αμαρτίαις εκίσσησσέ με η μήτηρ μου»

Ταυ­τό­χρο­να, δημιουργείται στους μαθητές άλλο ένα ε­ρώ­τη­μα: «Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να α­μαρ­τή­σει κά­ποι­ος πριν γεν­νη­θεί;». Αυτό οφείλεται σε μία αντίληψη προερχόμενη από τις θεωρίες περί μετεμψυχώσεως που είχαν παρεισφρύσει στους Ιουδαίου, μάλλον από τήν Ελλάδα, όπου οι θιασώτες της έ­λε­γαν ότι ο Χρι­στός υ­πο­νο­εί ό­τι υ­πήρ­χε ζω­ή πριν α­πό την ζω­ή. Και αυ­τό βέ­βαι­α εί­ναι λά­θος. Και δεν υπάρχει πουθενά άλλο΄΄υ στην Καινή Διαθήκη κάτι που να το υποστηρίζει αυτό.


Οι μαθητές λοιπόν εκ­φρά­ζουν μια α­πο­ρί­α. Δη­λα­δή, τι α­κρι­βώς συμ­βαί­νει; Για­τί έ­νας άν­θρω­πος να γεν­νι­έ­ται με ε­λατ­τώ­μα­τα, με α­να­πη­ρί­ες; Δεν το χω­ρά­ει το μυα­λό του αν­θρώ­που αυ­τό. Κα­θό­λου δεν το χω­ρά­ει. Γεν­νι­έ­ται έ­να παι­δί υ­γι­έ­στα­το και το χαι­ρό­μα­στε και παί­ζου­με μα­ζί του και λί­γο πιο ’­κει γεν­νι­έ­ται έ­να παι­δί που κου­βα­λά­ει μια με­γά­λη α­να­πη­ρί­α που θα το χα­ρα­κτη­ρί­σει σε ό­λη του την ζω­ή. Και οι άν­θρω­ποι που δεν εί­ναι κον­τά στην εκ­κλη­σί­α, ί­σως και κά­ποι­οι α­πό ε­μάς που δεν έχουμε ισχυρή πίστη, λέ­με «είναι ά­δι­κος ο Θε­ός». Και α­παν­τά­ ο Κύ­ριος: «ού­τε για το έ­να ού­τε για το άλ­λο, δη­λα­δή, ού­τε για­τί έ­φται­γαν οι γο­νείς του ού­τε ε­πει­δή βέ­βαι­α θα μπο­ρού­σε να εί­χε α­μαρ­τή­σει πριν την γέν­νη­σή του. Αλ­λά για να δο­ξα­στεί ο Θε­ός». Και πά­λι θα πει κά­ποι­ος: «μα τι Θε­ός κα­κός εί­ναι Αυ­τός, που για να δο­ξα­στεί Ε­κεί­νος πρέ­πει έ­νας άν­θρω­πος να κου­βα­λή­σει τέ­τοι­ο βά­σα­νο στη ζω­ή του, τέ­τοι­α πί­κρα, τέ­τοι­α α­γω­νί­α, που μπο­ρεί να τον γο­να­τί­σει και να μην συ­νέλ­θει πο­τέ;».

Πρώ­τα α­π’ ό­λα να πού­με ό­τι σε μια πρώ­τη ερ­μη­νεί­α, σ’ έ­να πρώ­το ε­πί­πε­δο, κα­τα­λα­βαί­νου­με το εξής. Υ­πάρ­χει έ­νας τυ­φλός και το θαύ­μα που θα κά­νει ο Κύ­ριος και θα του δη­μι­ουρ­γή­σει ό­ρα­ση, στην ου­σί­α μά­τια του δη­μι­ουρ­γεί, βά­ζον­τας τον πη­λό πά­νω του και στην συ­νέ­χεια θα του ζη­τή­σει να συμ­με­τέ­χει σε αυ­τό το σχέ­διο της σω­τη­ρί­ας του, δη­λα­δή να πά­ει να πλυ­θεί στην κο­λυβ­ή­θρα του Σι­λω­άμ. Ό­λο αυ­τό θα κά­νει τον Χρι­στό να δοξαστεί. Μην ξε­χνά­με ό­τι αυ­τό το θαύ­μα, α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα θαύ­μα­τα, ί­σως το με­γα­λύ­τε­ρο α­φού δη­μι­ουρ­γεί ο Κύριος μά­τια, γί­νε­ται κα­τά την ε­ορ­τή της Σκη­νο­πη­γί­ας που εί­ναι μα­ζε­μέ­νοι ό­λοι στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, έ­χουν βγά­λει σκη­νές έ­ξω εις α­νά­μνη­ση της πο­ρεί­ας τους στην έ­ρη­μο. Εί­ναι ό­λοι μα­ζε­μέ­νοι ε­κεί και δεν εί­ναι τυ­χαί­ο που το κά­νει ο Κύ­ριος ε­κεί αυ­τό το θαύ­μα. Δο­ξά­ζε­ται ο Χρι­στός, γί­νε­ται γνω­στό το ό­νο­μά Του, και στην συ­νέ­χεια μέ­σα α­πό την θαρ­ρα­λέ­α μαρ­τυ­ρί­α του θε­ρα­πευ­μέ­νου τυ­φλού, πά­λι θα γί­νει πιο πο­λύ γνω­στό το ό­νο­μά Του.


 Το ε­ρώ­τη­μα πα­ρα­μέ­νει στα χεί­λη μας. Ε, λοι­πόν; Δι­ά­λε­ξε ο Χρι­στός έ­ναν τυ­φλό και πα­ρα­πέ­ρα υ­πήρ­χαν ε­κα­τον­τά­δες. Σα­κά­τη­δες, α­νά­πη­ροι, τυ­φλοί. Και τι έ­γι­νε; Το ’­κα­νε σε έ­ναν. Για να δο­ξα­στεί Αυ­τός; Πά­λι φαί­νε­ται έ­νας Θε­ός κα­κός. Κά­νει αυ­τό που Τον συμ­φέ­ρει.

Μή­πως ό­μως δεν εί­ναι έ­τσι; Και μή­πως η ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή μας α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ό­τι κα­τα­λα­βαί­νου­με σε έ­να πρώ­το ε­πί­πε­δο α­νά­γνω­σης; Κά­θε άν­θρω­πος που έρ­χε­ται σ’ αυ­τό τον κό­σμο έ­χει κά­ποι­α χα­ρί­σμα­τα, έ­χει κά­ποι­α ε­λατ­τώ­μα­τα. Κά­θε έ­νας α­πό ε­μάς που εί­μα­στε αυ­τή την στιγ­μή μέ­σα στον να­ό, γεν­νη­θή­κα­με και κου­βα­λή­σα­με το βά­ρος αυ­τό. Το να μην ξέ­ρου­με τι χά­ρι­σμα έ­χου­με, το να μην ξέ­ρου­με τι κα­λό μπο­ρεί να κά­νου­με. Ζη­λεύ­ου­με άλ­λους αν­θρώ­πους που έ­χουν εμ­φα­νέ­στα­τα χα­ρί­σμα­τα. Άλ­λοι εί­ναι πιο ό­μορ­φοι, άλ­λοι εί­ναι πιο έ­ξυ­πνοι, άλ­λοι πιο ι­κα­νοί. Κι εί­μα­στε πολ­λοί α­πό ε­μάς που λέ­με «ε­γώ δεν έ­χω κα­νέ­να χά­ρι­σμα». Και βα­σα­νι­ζό­μα­στε σε ό­λη μας την ζω­ή. Συ­χνά νι­ώ­θου­με και α­πόρ­ρι­ψη α­πό τους γο­νείς μας: «δεν εί­σαι κα­λός μα­θη­τής, δεν εί­σαι κα­λό παι­δί, δεν τα πας κα­λά». Νι­ώ­θου­με να πλη­γω­νό­μα­στε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νι­ώ­θου­με α­πόρ­ρι­ψη και αυ­τό μας τρε­λαί­νει για­τί το κου­βα­λά­με σ’ ό­λή μας την ζω­ή. Άλ­λοι α­πό ε­μάς έ­χου­με εμ­φα­νέ­στα­τα χα­ρί­σμα­τα. Ει­σπράτ­του­με συ­νε­χώς ε­παί­νους. «Εί­σαι σπου­δαί­ος, το κα­λύ­τε­ρο παι­δί του κό­σμου, τι έ­ξυ­πνος που εί­σαι, πρώ­τος στα μα­θή­μα­τα, α­ρι­στού­χος, σπου­δαί­ος ε­πι­στή­μο­νας, τι κα­λός πα­πάς». Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με ό­τι και αυ­τό το κου­βα­λά­με σαν έ­να με­γά­λο βά­ρος που μπο­ρεί να μας δη­μι­ουρ­γεί συ­νε­χώς έ­παρ­ση, κε­νο­δο­ξί­α, πε­ρι­φρό­νη­ση στον δι­πλα­νό. Κι ε­μάς να μας βυ­θί­ζει σ’ έ­να σκο­τά­δι με­γά­λο, ε­ω­σφο­ρι­κής έ­παρ­σης. 


 Πώς δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός; Μα ό­ταν ο κά­θε άν­θρω­πος βρει ποι­ο εί­ναι το δι­κό του το χά­ρι­σμα και κα­τα­λά­βει ό­τι εί­ναι δώ­ρο του Θε­ού κι ό­χι δι­κό του έρ­γο. Και μπο­ρέ­σει αυ­τό το χά­ρι­σμα με­τά, α­φού το ζή­σει με χα­ρά, να το αυ­ξά­νει συ­νε­χώς. Να ευχαριστεί τον  Θεό και να το αυ­ξά­νει συ­νε­χώς και  κά­ποι­α στιγ­μή να το κοι­νω­νή­σει με τους άλ­λους αν­θρώ­πους.

Σκε­φτεί­τε. Έ­χου­με α­να­κη­ρύ­ξει α­γί­ες τις μη­τέ­ρες του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου, του α­γί­ου Ι­ω­άν­νη του Χρυ­σο­στό­μου, του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, κι ή­ταν α­πλώς μα­μά­δες, νοι­κο­κυ­ρές. Και τις α­να­κη­ρύ­ξα­με α­γί­ες για­τί βρί­σκον­τας αυ­τό το χά­ρι­σμα της μη­τέ­ρας, της γυ­ναί­κας που ’­ναι στο σπί­τι, και αυ­ξά­νον­τάς το, δη­μι­ούρ­γη­σαν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να γί­νουν τα παι­διά τους ά­γιοι. Δεν τις α­να­κη­ρύ­ξα­με α­γί­ες ε­πει­δή κά­να­νε παι­διά, αλ­λά για­τί όν­τως α­γιά­ζει κα­νείς ό­σο αυ­ξά­νει τα χα­ρί­σμα­τά του.

Θα πει κά­ποι­ος: Ω­ραί­α εί­ναι ό­λα αυ­τά. Ε­γώ που γεν­νή­θη­κα με έ­να μά­τι; Ε­γώ που γεν­νή­θη­κα με με­γά­λη μυ­ω­πί­α; Ε­γώ γεν­νή­θη­κα μ’ έ­να φυ­σι­κό ε­λάτ­τω­μα; Κ.ο.κ. Ω­ραί­α τα λες για κά­ποι­ον που έ­χει πολ­λά χα­ρί­σμα­τα. Ω­ραί­α τα λες για κά­ποι­ον που α­πλώς έ­χει κά­ποι­α ε­λατ­τώ­μα­τα. Τι γί­νον­ται ό­λοι οι άλ­λοι; Και πά­λι δί­και­ο θα έ­χε­τε. Για­τί αν δεν μπο­ρέ­σου­με ό­λα αυ­τά να τα δού­με μέ­σα α­πό την πί­στη μας, αν δεν μπο­ρέ­σου­με να συγ­κλο­νι­στού­με α­π’ το γε­γο­νός ό­τι η ζω­ή δεν στα­μα­τά­ει ε­δώ αλ­λά συ­νε­χί­ζε­ται, αν δεν προ­γευ­τού­με αυ­τή την αί­σθη­ση της αι­ω­νι­ό­τη­τας, αν δεν κα­τα­λά­βου­με ό­τι ό­λα, ό­λα συ­νε­χί­ζον­ται, τό­τε πραγ­μα­τι­κά αυτά μοιά­ζουν μά­ται­α. Ό­λα μοιά­ζουν μά­ται­α. Ας φά­με, ας πι­ού­με, αύ­ριο πε­θαί­νου­με κι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος ας δι­α­λύ­σει τον άλ­λο για να μπο­ρέ­σει να ε­πι­βι­ώ­σει. Χω­ρίς Χρι­στό ό­λα εί­ναι ε­πι­τρε­πτά. Ας μην η­θι­κο­λο­γού­με. Φτά­νει πια. Αρ­κε­τούς δι­α­λύ­σα­με με τα με­γά­λα μας λό­για. Χω­ρίς πί­στη δεν μπο­ρεί να στη­ρί­ξεις κα­νέ­ναν. Και χω­ρίς πί­στη δεν μπο­ρεί να στη­ρι­χθεί κα­νείς.

Πώς δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός; Μα δο­ξά­ζε­ται ό­ταν γί­νε­ται το θέ­λη­μά Του. Δη­λα­δή ο κα­θέ­νας μας να γί­νει αυ­τό που του πρέ­πει να γί­νει. Πέ­θα­νε έ­νας γέ­ρος α­σκη­τής, τον θε­ω­ρού­σαν ό­λοι ά­γιο. Τον πλη­σί­α­σαν οι μα­θη­τές και του εί­παν «μα για­τί έ­χεις τό­ση α­γω­νί­α;». Και εί­πε «Έ­χω α­γω­νί­α για­τί φο­βά­μαι τι θα συμ­βεί ε­κεί που θα πά­ω». Και του εί­πα­νε «Ε­σύ φο­βά­σαι;». «Ναι. Για­τί αν συ­ναν­τή­σω τον Θε­ό και μου πει για­τί δεν έ­γι­νες σαν τον Μω­ϋ­σή, θα Του πω, Κύ­ρι­ε να με συγ­χω­ρείς αλ­λά δεν μου ’­δω­σες τα χα­ρί­σμα­τα του Μω­ϋ­σή. Αν μου πει, για­τί δεν έ­γι­νες σαν τον Παύ­λο, θα Του πω, να με συγ­χω­ρείς αλ­λά δεν μου ’­δω­σες τα χα­ρί­σμα­τα του Παύ­λου. Θα ’­χω παρ­ρη­σί­α γι’ αυ­τό. Αν ό­μως μου πει, για­τί δεν έ­γι­νες αυ­τό που θα μπο­ρού­σες να γί­νεις, δεν μπο­ρώ να του α­παν­τή­σω τί­πο­τα».

Ο Θε­ός δο­ξά­ζε­ται ό­ταν ε­μείς γι­νό­μα­στε αυ­τό που μπο­ρού­με να γί­νου­με. Αυ­τό που μας α­ξί­ζει να εί­μα­στε. Ό­ταν δη­λα­δή, να το πού­με πιο θε­ο­λο­γι­κά, το κα­τ’ ει­κό­να με το οποίο μας έπλασε ο Θεός, την δυ­να­τό­τη­τα να α­γα­πά­με, να ’­μα­στε ε­λεύ­θε­ροι, το ο­ποί­ο εί­ναι α­μαυ­ρω­μέ­νο α­πό την α­μαρ­τί­α μας μπο­ρού­με να το κα­θα­ρί­σου­με. Και να πο­ρευ­θού­με προς τα Ε­κεί­νον, προς το κα­θ’ ο­μοί­ω­σιν, να γί­νου­με κα­τά χά­ριν Θε­οί. Ό­ταν το κά­νου­με αυ­τό γι­νό­μα­στε αυ­τό που μας α­ξί­ζει να γί­νου­με.

Δυ­στυ­χώς ο κα­θέ­νας α­πό ε­μάς ζη­λεύ­ει τον δι­πλα­νό. Κι ε­πει­δή ζού­με σε μια ε­πο­χή με αυ­τή την εμ­πο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση της ει­κό­νας που μας προ­βάλ­λει α­στα­μά­τη­τα ει­κό­νες, των λαμ­πε­ρών, των ό­μορ­φων, των πα­νέ­ξυ­πνων, των δι­ά­ση­μων, των πλού­σι­ων, συγ­κρι­νό­μα­στε και λέ­με «Για­τί να γεν­νη­θώ; Τι Θε­ός εί­ναι Αυ­τός ά­δι­κος; Για­τί να γεν­νη­θώ ε­γώ ά­σχη­μος, έ­τσι, το έ­να το άλ­λο;» Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με ό­τι η πραγ­μα­τι­κή ο­μορ­φιά του αν­θρώ­που α­να­δύ­ε­ται μόνο αν αυ­ξά­νει το χά­ρι­σμα που του έ­δω­σε ο Θε­ός. Δεν εί­ναι εύ­κο­λο, εί­ναι ο α­γώ­νας της ζω­ής μας.

Μα για κοι­τάξ­τε στην ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας. Οι πραγ­μα­τι­κά ξε­χω­ρι­στοί άν­θρω­ποι δεν ή­ταν ού­τε οι ό­μορ­φοι, ού­τε οι πα­νέ­ξυ­πνοι. Ή­ταν ε­κεί­νοι που έ­γι­ναν αυ­τό που μπο­ρού­σαν να γί­νουν. Και τους α­γά­πη­σαν οι άν­θρω­ποι γι’ αυ­τό. Κι έ­τσι πε­θαί­νει μια α­πλή για­γιά στο χω­ριό (το ’­χω ζή­σει αυ­τό που σας λέ­ω) και λέ­νε ό­λοι «αυ­τή ή­ταν α­γί­α γυ­ναί­κα». Και λες ε­σύ μέ­σα στην α­να­ζή­τη­ση της νι­ό­της σου «Μα για­τί; Γιατί ή­ταν α­γί­α γυ­ναί­κα; Α­γράμ­μα­τη ή­ταν». Και σου λέ­νε «α­γα­πού­σε ό­λους, έ­τρε­χε για ό­λο τον κό­σμο, εί­χε έ­να κα­λό χα­μό­γε­λο, πο­τέ δεν γκρί­νια­ξε μέ­σα στην φτώ­χεια της». Και πας στην κη­δεί­α της και λεν ό­λοι «μα ή­ταν α­γί­α γυ­ναί­κα». Και γυρ­νάς στα δι­κά σου και γκρι­νιά­ζεις. Για­τί δεν εί­μαι έ­τσι, για­τί δεν εί­μαι αλ­λι­ώς, για­τί δεν μου δό­θη­κε ε­κεί­νο, για­τί δεν πή­ρα ε­κεί­νο.

Δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός ό­ταν ο κα­θέ­νας μας γί­νε­ται αυ­τό που μπο­ρεί να γί­νει. Δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός ό­ταν κα­τα­λά­βου­με ό­τι αυ­τός ο Θε­ός εί­ναι έ­νας Θε­ός που μας α­γα­πά­ει πά­ρα πο­λύ. Που δεν έ­χει τί­πο­τα α­πό αυ­τά που του προσ­δί­δου­με ε­μείς, στην ου­σί­α προ­σβάλ­λον­τάς Τον: Τι­μω­ρός, κα­κός, δί­και­ος, σκλη­ρός. Δεν εί­ναι δί­και­ος ο Θε­ός. Αν ή­τα­νε δί­και­ος θα εί­χα­με α­φα­νι­στεί ό­λοι. Μην Του ζη­τά­με την δι­και­ο­σύ­νη την αν­θρώ­πι­νη. Μην Τον ζηβλέπουμε σαν μια προ­σω­πι­κό­τη­τα που μοιά­ζει μ’ ε­μάς. Δεν κά­νου­με τί­πο­τα δι­α­φο­ρε­τι­κό α­πό αυ­τό που κά­ναν οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες. Θέ­λου­με έ­ναν Θε­ό ο ο­ποί­ος να ο­δη­γεί τον στρα­τό της δι­κής μας πα­τρί­δας ε­νάν­τια στους άλ­λους για να σκο­τώ­νου­με. Θέ­λου­με έ­ναν Θε­ό που να μας κά­νει χά­ρες, να μας βρίσκει δουλειά, να περ­νά­ει το δι­κό μας παι­δί στο πα­νε­πι­στή­μιο κι ό­χι του αλ­λου­νού. Θέ­λου­με έ­ναν Θε­ό που να τι­μω­ρεί ό­ποι­ον ε­μείς δεν θέ­λου­με. Και προ­σέξ­τε. Θέ­λου­με κι έ­ναν Θε­ό ο ο­ποί­ος να καλ­λι­ερ­γεί τις ε­νο­χές μας για να συ­νε­χί­ζου­με να ’­μα­στε βυ­θι­σμέ­νοι σ’ αυ­τό το σκο­τά­δι, δη­λα­δή στην τύ­φλω­ση.

Ό­μως ο Θε­ός εί­ναι ο Θε­ός της α­γά­πης. Θα μπο­ρού­σα­με να Τον πα­ρο­μοι­ά­σου­με με την μά­να ή τον πα­τέ­ρα που ό­ταν κά­νει τα πρώ­τα βή­μα­τα το παι­δί και πέ­φτει κά­τω δεν θυ­μώ­νει. Γε­λά­ει, για­τί ξέ­ρει την συ­νέ­χεια. Α­γα­πά­ει ο γο­νιός. Πε­ρι­μέ­νει το παι­δί ό­σες φο­ρές και να πέ­σει. Κι ά­μα πέ­σει και χτυ­πή­σει δυ­να­τά και κλαί­ει, λυ­πά­ται. Βέ­βαι­α ο Θε­ός δεν λυ­πά­ται, εί­ναι πέ­ρα α­πό αυ­τή την έν­νοι­α. Ο Θε­ός μό­νο α­γα­πά­ει, εί­ναι μό­νο Α­γά­πη. Κι η ε­νέρ­γειά Του στον κό­σμο εί­ναι μό­νο α­γά­πη. Ό­ταν το κα­τα­λά­βου­με αυ­τό, ό­ταν κα­τα­λά­βου­με ό­τι αυ­τή εί­ναι η πο­ρεί­α μας, να α­γα­πή­σου­με κι ε­μείς τον ε­αυ­τό μας, να α­γα­πή­σου­με τον συ­νάν­θρω­πό μας, κι έ­τσι να νι­ώ­σου­με την α­γά­πη του Θε­ού, να την κοι­νω­νή­σου­με δη­λα­δή μα­ζί Του.

Αν μας δι­δά­σκει κά­τι το ση­με­ρι­νό Ευ­αγ­γέ­λιο, πέ­ρα α­πό την ι­στο­ρι­κή ερ­μη­νεί­α για το τι έ­γι­νε ε­κεί­νη τη συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή, εί­ναι να κα­τα­λά­βου­με πως ο κα­θέ­νας α­πό ε­μάς δο­ξά­ζει τον Θε­ό ό­σο αυ­ξά­νει τα χα­ρί­σμα­τά του τα φυ­σι­κά κι ό­σο σι­γά-σι­γά αυ­ξά­νον­τας τα φυ­σι­κά χα­ρί­σμα­τά του τα προ­σφέ­ρει στους άλ­λους κι ό­ταν ταυ­τό­χρο­να μ’ έ­ναν τρό­πο θαυ­μα­στό, α­να­κα­λύ­πτει ό­τι έ­χει κι άλ­λα χα­ρί­σμα­τα, που εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα της χά­ρι­τος του Θε­ού στην ζω­ή του. Αυ­τή εί­ναι η πα­ρά­δο­ση της εκ­κλη­σί­ας μας. Αλ­λι­ώς πά­με χα­μέ­νοι.

Να πω και το τε­λευ­ταί­ο για μια α­κό­μη φο­ρά. Θα ση­κω­θεί μια μά­να ε­δώ μέ­σα και θα πει «Μα ε­μέ­να το παι­δί μου γεν­νή­θη­κε α­νά­πη­ρο, ω­ραί­α εί­ναι αυ­τά που λέ­τε, αλ­λά ε­γώ για­τί να τα­λαι­πω­ρού­μαι; Ε­μέ­να δεν θα ’ρ­θει κα­νείς να μου θε­ρα­πεύ­σει το παι­δί και να πει, να δο­ξά­στη­κε ο Θε­ός. Μή­πως εί­στε σκλη­ροί;» Και θα πω πά­λι έ­χει δί­κι­ο. Για­τί ο μο­να­δι­κός τρό­πος για να υ­περ­βού­με ό­λο αυ­τόν τον πό­νο που υ­πάρ­χει στη ζω­ή, και δεν εί­ναι μό­νο αυ­τό, πό­νος μπο­ρεί να έρ­θει ο­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μή, έ­να τρο­χαί­ο α­τύ­χη­μα, μια καρ­δια­κή προ­σβο­λή, μια εγ­κλη­μα­τι­κή ε­νέρ­γεια και πλημ­μυ­ρί­ζει η ζω­ή μας πό­νο. Μο­να­δι­κή μας ελ­πί­δα εί­ναι πως ό,τι λέ­ει το Ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ό­τι ζει ο Θε­ός. Ό­τι η ζω­ή συ­νε­χί­ζε­ται με­τά α­πό ε­δώ. Κι ό­τι ε­μείς μπο­ρού­με να γί­νου­με κοι­νω­νοί αυ­τής της σχέ­σης με τον Θε­ό. Να γί­νου­με μέ­το­χοι της χά­ρι­τος.

Οι άν­θρω­ποι που δεν εί­ναι κον­τά στην εκ­κλη­σί­α πο­νούν πο­λύ, πά­ρα πο­λύ. Κι αν­τί να η­θι­κο­λο­γού­με και να τους λέ­με με­γά­λα λό­για «αρ­ρώ­στη­σες, ευ­λο­γί­α α­π’ τον Θε­ό έ­χεις» και να τους δι­α­λύ­ου­με, μό­νο ν’ α­γα­πά­με. Μό­νο ν’ α­γα­πά­με. Μό­νο να ση­κώ­νου­με το βά­ρος του δι­πλα­νού. Μό­νο να λέ­με έ­ναν κα­λό λό­γο. Μό­νο αυ­τό. Και κα­τά τα άλ­λα να προ­σπα­θού­με να αυ­ξά­νου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας. Για­τί έ­τσι δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός.

Μή­πως κι ό­ταν κοι­μη­θού­με, ό­ποι­α στιγ­μή συμ­βεί αυ­τό, μπο­ρεί και αύ­ριο το πρω­ί, να πουν οι άλ­λοι «τι κα­λός άν­θρω­πος που ή­τα­νε, έ­να κα­λό λό­γο κι έ­να χα­μό­γε­λο, μια στιγ­μή δεν τον ά­κου­σα να γκρι­νιά­ζει». Για να πει κά­ποι­ος που ή­ξε­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρα «αυ­τός ό­σο μπο­ρού­σε εκ­πλή­ρω­σε τον σκο­πό για τον ο­ποί­ο γεν­νή­θη­κε». Έ­τσι δο­ξά­ζε­ται ο Θε­ός. Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με πά­ρα πά­ρα πολ­λά γι’ αυ­τή την πε­ρι­κο­πή. Ε­λά­χι­στα εί­πα. Μια υ­πό­νοι­α μιας συ­ζή­τη­σης έ­δω­σα που μπο­ρού­με να την κά­νου­με και αύ­ριο. Ο Κύριος να δώσει να θεραπευτεί η τυφλότητά μας για να δούμε το φως της δόξας Του. Αμήν.

1/6/11

Ιστορία ζωης...

   

1. Αγόρι ηλικίας έξι ετών. Το κεφάλι του ήταν πολύ μεγάλο όταν γεννήθηκε. Θεωρήθηκε ότι είχε εγκεφαλικό πυρετό. Τρία αδέλφια του απέθαναν πριν. Συγγενείς και γείτονες θεωρούν το παιδί ανώμαλο, κάτι στο οποίο η μητέρα δεν συμφωνεί. Στο σχολείο ο δάσκαλος τον θεωρεί νοητικά καθυστερημένο. Η μητέρα θυμωμένη παίρνει το παιδί από το σχολείο και αποφασίζει να γίνει η ίδια δασκάλα του.


2. Αγόρι στο Γυμνάσιο. Παίρνει βεβαίωση από τον γιατρό σύμφωνα με την οποία, λόγω νευρικής κατάπτωσης, πρέπει να διακόψει το σχολείο για έξι μήνες. Καθόλου καλός μαθητής. Δεν έχει φίλους, ενώ έχει προβλήματα με τους δασκάλους του. Μίλησε πολύ αργά. Ο πατέρας του ντρέπεται για το καθόλου αθλητικό παράστημα του γιου του. Κακή προσαρμογή στο σχολείο. Έχει παράξενους τρόπους, κατασκευάζει δική του θρησκεία, ψάλλει στον εαυτό του ύμνους. Οι γονείς του τον θεωρούν «διαφορετικό». 

 
3. Κορίτσι που πλησιάζει τα 28. Εξετάζεται προφορικά στις Πανελλαδικές. Τελείωσε Εσπερινό Λύκειο. Κλειστή και αγέλαστη, έλεγε πως περισσότερο για την εμπειρία δίνει Ιστορία. Κάποιοι επιτηρητές αγανάκτησαν την προηγούμενη φορά που, ενώ δεν είχε γράψει τίποτα, άργησε τόσο στην Επιτροπή. Αυτό το πρωινό φεύγει κλαίγοντας από την τάξη. Τα βάζει με τον εαυτό της για την ανικανότητά της, έχει σπασμούς και οι υπεύθυνοι φωνάζουν την γιατρό να της κάνει ένεση. Πάσχει από ρευματοειδή αρθρίτιδα.


Στην συνέχεια της πρώτης ιστορίας, ο μικρός Θωμάς Έντισον, όταν μεγάλωσε, εφηύρε μεταξύ άλλων το μικρόφωνο, τον ηλεκτρικό λαμπτήρα και τον φωνόγραφο. Της δεύτερης ιστορίας ο έφηβος Άλμπερτ μεγαλώνοντας ανέπτυξε την θεωρία της σχετικότητας και θεωρείται από τα μεγαλύτερα μυαλά του περασμένου αιώνα. Η τρίτη ιστορία παραμένει ανοικτή. Η πρωταγωνίστριά της, η Ζωή, έφυγε σήμερα κλαίγοντας από το εξεταστικό κέντρο.

 
Για το σύστημα, ανήκει στους «Φυσικώς Αδυνάτους». Παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, κινητικά ή ψυχολογικά προβλήματα, όλα υπό την ίδια ταμπέλα. Η Ζωή ως δυσλεκτική πάντα ξεχώριζε στο σχολείο. Κι οι Ντα Βίντσι, Πικάσσο, Ντίσνεϊ, Λένον, Χένρυ Φορντ, Αγκάθα Κρίστι, Τομ Κρουζ, Ορλάντο Μπλουμ, Κίρα Νάιτλι, Μάτζικ Τζόνσον είχαν κάποιας μορφής μαθησιακή δυσκολία μα βρήκαν τον δρόμο τους. Εκείνη ακόμα τον ψάχνει...

 
Ελάχιστοι από αυτά τα παιδιά αγαπούν το σχολείο, αφού ως «Φ.Α.» έχουν περισσότερες δυσκολίες να παλέψουν. Κι εμείς, απέναντι, στην έδρα, στην Ελλάδα του 2011 βιαζόμαστε να ξεμπερδέψουμε μαζί τους, κρίνουμε μεταξύ μας πως πολλοί είναι απλώς βισματούχοι, πως το σύστημα τους αντιμετωπίζει ευνοϊκά. Αναρωτηθήκαμε ποτέ πώς είναι, ενώ έχουν δυνατότητες και χαρίσματα πολλά, να θεωρούνται για δώδεκα χρόνια πιο αποτυχημένοι; Να διαβάζουν ίσως και περισσότερο από άλλους αλλά να μην αποδίδουν; Να έχουν πάνω απ’ το κεφάλι σας καθηγητές και γονείς να τους πιέζουν για την ορθογραφία, για την αποστήθιση, για την ανάγνωση χωρίς κόμπιασμα; 

Οι μαθησιακές δυσκολίες στοιχειώνουν τα μαθητικά χρόνια. Μετά περνούν σε δεύτερο πλάνο, αφού δεν σημαίνουν νοητική υστέρηση. Η κοπέλα σήμερα μονολογούσε με σπασμούς πως τα άλλα παιδιά είναι πιο ικανά, πως η ίδια είναι άχρηστη. Αυτό το βάρος θέλει δουλειά για να αποσεισθεί, ο δρόμος προς την αυτοπεποίθηση σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πιο δύσβατος. Αλλά η αλήθεια απέχει. Ούτε ανίκανη είναι, ούτε καταδικασμένη, ακόμα και με δεδομένη την αρθρίτιδα. Δόξα τω Θεώ πολλοί άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα υγείας ορθοπόδησαν, έμαθαν να ζουν με την αρρώστια τους και να χαίρονται τις στιγμές τους. Δύσκολο μα εφικτό, συν Θεώ. 

 
Ίσως όντως δεν έπρεπε να υποβάλει τον εαυτό της σε αυτήν τη διαδικασία. Γιατί να υποστεί τόση πίεση, γιατί το σώμα της να γεμίσει τεράστια εξανθήματα; Τα ματώνει όταν την ξύνουν. Οι πληγές είναι ανοιχτές, ασθενεί το σώμα και η ψυχή. Άγνωστο πώς θα τελειώσει η ιστορία της. Ευχόμαστε μόνο. Εντωμεταξύ, χάρη σ’ εκείνη, θυμηθήκαμε όλους εκείνους τους γονείς που πιέζουν τα παιδιά τους μακριά από τις πραγματικές κλίσεις τους, τα παιδιά που νομίζουν πως όλα τελειώνουν με τις Πανελλήνιες μα και, κυρίως, τα τόσα πολλά που θεωρούμε δεδομένα όταν γκρινιάζουμε για τα μηδαμινά μας. Μακαρίζουμε όσους πόρρω απέχουν…

Μια επιτηρήτρια Πανελλαδικών εξετάσεων...