28/6/10

TA ΠΑΙΔΙΑ ΓΡΑΦΕΙ...


  Ευτράπελα κι όμως αληθινά μαργαριτάρια από τις φετινές εξετάσεις σε κάποιο σχολείο των Νοτίων Προαστίων. Ευχαριστούμε την  καλή καθηγήτρια Δ.Κ. που μας τα έστειλε...


Ένα μυαλό έχεις χειμώνα-καλοκαίρι, αγαπημένε μου μαθητή, κι αν δεν το ενεργοποιήσεις έγκαιρα, θα φτάσεις να γράφεις, όπως κάποιοι συμμαθητές σου (ευτυχώς είναι η εξαίρεση) τις παρακάτω ευφάνταστες (κι ομολογουμένως αστείες) απαντήσεις στις τελικές  εξετάσεις γυμνασίων και λυκείων (κοινώς κοτσάνες):

   Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε να πιστεύουν όλοι (γυναίκες/ άντρες/ κλέφτες) στον χριστιανισμό.

    Η εικονομαχία ήταν μία ελληνορωμαϊκή μάχη.

    Ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι τα ευαγγέλια που γράφτηκαν από τους ευάγγελους. / Το ευαγγελικό ανάγνωσμα αναφέρεται στους αγγέλους.

    Αποστολικό ανάγνωσμα είναι αυτό που απαγγέλλουν οι απόστολοι.

    Μικρή είσοδος είναι η είσοδος που θα μας βγάλει σε έναν προθάλαμο, όπου απέναντι μας θα είναι η μεγάλη είσοδος.

    Η Παναγία τιμάται γιατί μετά τις αστραπές που είδε από το παράθυρό της και της εμφανίστηκε ο άγγελος, είχε τον Χριστό στην κοιλιά της για 9 μήνες και κατάφερε μέσα από μια δύσκολη γέννα να τον φέρει στον κόσμο.

    Αυτός που έχει το χρίσμα, έχει άλλο κύρος!

    Αυτοί που δεν είναι κολλημένοι με τα έθιμα και τις αντιλήψεις του γάμου, πηγαίνουν και δεύτερη και τρίτη φορά να παντρευτούν, αν βρουν ευκαιρία. Το καλό είναι ότι μπορείς να παντρευτείς μέχρι τρεις φορές.

     Για τα αίτια των αιρέσεων γνωρίζω κάποια πράγματα, που είναι πολύ σημαντικά για τους γύρω ανθρώπους και για τις δουλειές τους και για να μπορούνε να παίρνουνε παραπάνω χρήματα για να ζήσουν.

   Τα βιβλία της Π. Διαθήκης είναι 3 και είναι γραμμένα σε 49 σελίδες.


     Ο Θεός παρέλαβε τις 10 εντολές από τον Ιησού.

    Ο Μωυσής παρέλαβε τις 10 εντολές στα Ουράλια όρη.

    Η Αγία τριάδα εμφανίστηκε στην εκκλησία την ώρα που βαπτιζόταν ο Ιησούς και η αντίδραση του Προδρόμου ήταν ότι έμεινε έκπληκτος.

    Η αντίδραση του Ιωάννη μόλις είδε τον Χριστό του είπε πως τώρα δεν μπορεί, γι’ αυτό να έρθει μια άλλη μέρα, αλλά όταν είδε το περιστέρι πείστηκε πως έπρεπε να βαπτιστεί, γιατί ήταν ο γιος του Κυρίου.

    Ο Ιωάννης ονομάζεται Πρόδρομος γιατί έτσι είναι το επίθετό του.


     Η Αγία Τριάδα εμφανίστηκε στη βάπτιση του Ιησού με φτωχικά ρούχα για να μην τους αναγνωρίσουν.

    Ο Ιησούς βαπτίστηκε για να έχει κι αυτός ένα όνομα στην κοινωνία.
     Η θέση της γυναίκας ήταν να κάθεται σπίτι με τα παιδιά της. Ο Ιησούς δεν το δέχτηκε αυτό και είπε να δουλεύουν και οι γυναίκες.

v    Για τις 10 εντολές: ου πορνεύσεις, ου υβρίσεις, ου βιάσεις, ου ζηλέψεις, ου βαρέσεις, μην πας με τη γυναίκα του φίλου σου, να δίνεις στον συνάνθρωπό σου τον ένα χιτώνα εάν αυτός δεν έχει, να κάνεις παρέα στον πλησίον σου.

    Ήταν πολύ εύκολη η απόφαση του ασώτου υιού να γυρίσει στον πατέρα του, γιατί δεν του είχε μείνει τίποτα.

  Την Τρίτη τιμάμε τον Ιωάννη Καποδίστρια, την Πέμπτη τον Αγ. Νίκο και στις 15 Δεκεμβρίου είναι του Αγ. Λευτέρη.

    Πρέπει να υπάρχουν ηθικά όρια στη βιοτεχνολογία σε πολλές περιπτώσεις. Η βιοτεχνολογία πρέπει να είναι περιορισμένη και όχι σε μεγάλες ποσότητες. Κάνει κακό στα μάτια και δε χρειάζεται να ασχολούμαστε πολλές ώρες μαζί της.

    Η εκκλησία είναι μια ψυχαγωγία.

    Στις συνεδριάσεις που έχουμε με τον Θεό…(για την προσευχή)

   Ο Θεός είναι πνευστός. 

Υ.Γ. (Κι αυτό από γραπτό): Ελέησον ημάς Κυρία!
                                                                                                                                
                                                                                 
                                                                                                      Δ. Κ

22/6/10

ΒΑΣΙΛΕΜΑ



Βυζαντινά σήμαντρα ηχούν
κοσμούν
το Αιγαίο ηλιοβασίλεμα

ουράνια δόξα πυρακτώνει
στον ορίζοντα
νεφέλες της δύσης

θρύλων σημαίες πλαισιώνουν
θριαμβικά
ούρια ιστία

Νηφάλιος ζέφυρος κομίζει
στα παράλια
καρτερικό μήνυμα

το Πέλαγος θα αποσύρει κι’ απόψε
στο σκοτάδι
το άλγος του νόστου.


Μ. Ψ.

20/6/10

ΓΚΡΙΝΙΑΣ “ΕΓΚΩΜΙΟΝ”

            Ένα από τα αγαπημένα μου παιδικά κινούμενα σχέδια ήταν τα στρουμφάκια, αυτά τα μικροσκοπικά μπλε πλασματάκια που ζούσαν στο δάσος και ήταν τόσο χαριτωμένα. Όλα τους χαριτωμένα πλην ενός, του γκρινιάρη. Από τότε κιόλας δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται κάποιος να γκρινιάζει διαρκώς, να μην του αρέσει τίποτα και ποτέ να μη λέει έναν καλό λόγο.

            Μεγαλώνοντας διαπίστωσα πως ο τύπος του γκρινιάρη ευδοκιμεί ιδιαίτερα στον τόπο μας. Αν και δεν είναι ελληνική η ετυμολογική ρίζα της λέξης γκρίνια (μεσαιωνική δυτική γερμανική γλώσσα grinan= τρίζω τα δόντια μου), ο ελληνικός λαός φρόντισε να ριζώσει για τα καλά το περιεχόμενο της στην καθημερινότητά του.   Όταν είμαστε άνεργοι γκρινιάζουμε γιατί δε διοριζόμαστε. Όταν διοριστούμε παραπονιόμαστε γιατί διοριστήκαμε στην επαρχία κι όχι στην Αθήνα. Όταν πάρουμε την πολυπόθητη μετάθεση, γκρινιάζουμε γιατί μετατεθήκαμε σε άλλη περιοχή από τη δική μας. Όταν μας τοποθετήσουνε στο δήμο μας, γκρινιάζουμε γιατί τοποθετηθήκαμε σε σχολείο μακριά από το σπίτι μας. Όταν πετύχουμε θέση στο σχολείο που θέλουμε, γκρινιάζουμε επειδή δε μας αρέσει το πρόγραμμα. Κι όταν τελικά λύσουμε κι αυτό το πρόβλημα (;) γκρινιάζουμε πάλι -άκουσον, άκουσον- επειδή κάνουμε μάθημα στις τάξεις που είναι στον α΄ όροφο κι όχι στο ισόγειο κι αναγκαζόμαστε να ανεβαίνουμε τις σκάλες. Η αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο! Όσο κι αν σας φαίνεται υπερβολικό, πιστέψτε με είναι πραγματικό γεγονός.

         


            Και δυστυχώς τα παραπάνω συμβαίνουν σε όλους τους τομείς του κοινωνικού γίγνεσθαι κι ας μη βιαστούμε να ρίξουμε το λίθο του αναθέματος σε μια ομάδα ανθρώπων ή μόνο στους άλλους. Γκρινιάζουμε για τη ζέστη και το κρύο, γκρινιάζουμε επειδή βρέχει κι επειδή δε βρέχει. Γκρινιάζουμε για τη δουλειά  μας, για τους πολιτικούς που έχουμε, για την οικογένεια μας, για το καναρίνι του γείτονα που κελαηδάει χωρίς να μας ρωτήσει, για το κλαδί που «τόλμησε» να μπει από τον διπλανό κήπο στον δικό Μας και για τόσα άλλα, που τις περισσότερες φoρές είναι μηδαμινής σημασίας κι όμως μέσα στον παραλογισμό μας τα περιφέρουμε ως τις μεγαλύτερες καταστροφές της ζωής μας.  

            Μας λείπει η υπομονή, η κατανόηση, η ικανότητα να ακούμε τους άλλους και ψύχραιμα να αντιμετωπίζουμε την κάθε δυσκολία. Μας λείπει η αυτογνωσία για να αναγνωρίζουμε τη δική μας ευθύνη στα κακώς κείμενα. Μας λείπει η αγάπη για τους ανθρώπους, για τη φύση, για τη ζωή. Μας λείπει η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, που μας χάρισε την ελπίδα και μας έδειξε τον τρόπο του λαλείν και πράττειν όχι μίζερα μα ευχαριστιακά.



             Λόγω της αδυναμίας μας όμως θέλει προσοχή γιατί ο ιός της γκρίνιας είναι πολύ μεταδοτικός, ώστε λίγο ευάλωτο να βρει το ανοσοποιητικό σύστημα της ψυχής μας μπορεί εύκολα να τρυπώσει. Όπως για παράδειγμα όταν κάθεσαι (καλή ώρα) ήσυχη  στο σπίτι σου κι αρχίζουν τα κομπρεσέρ να κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο. Μηχανήματα κι εκσκαφείς μπροστά στο σπίτι σου, σε πιάνει το κεφάλι σου. Μα πότε θα τελειώσουν επιτέλους; Δύο βδομάδες τώρα έχουν σκάψει τα πεζοδρόμια, για να βάλουν καινούρια καλώδια της ΔΕΗ. Τι κατάσταση είναι αυτή; Γίνονται και διακοπές ρεύματος και δεν μπορώ να δω την εκπομπή που παρακολουθώ κάθε πρωί. Είναι να μην εκνευρίζεσαι; Και η σκόνη; Άλλο κι αυτό. Χθες έπλυνα τη βεράντα και σήμερα είναι χάλια. Αμάν πια! Δεν μπορούσαν να περιμένουν να φύγουμε πρώτα για διακοπές και μετά να ξεκινήσουν τα έργα; Αλλά ποιος να το σκεφτεί! 




 Όλοι ανοργάνωτοι κι ανεπρόκοποι είναι! Πότε λειτούργησε κάτι σωστά σ’ αυτή τη χώρα για να λειτουργήσει και τώρα; Συγχύζομαι και μόνο που το σκέφτομαι. Έχει και τρομερή ζέστη. Ακούς καύσωνας από τις αρχές του καλοκαιριού! Θερμοκήπιο γίναμε! Όλο συνδιασκέψεις κάνουν οι ηγέτες (να σου πετύχουν) για το περιβάλλον και τίποτα δεν κάνουν! Εμ βέβαια, το συμφέρον τους κοιτάζουν όλοι. Απαράδεκτοι! Μπλα…μπλα…μπλα…

                                                                             
                                                                                                            Δέσποινα Κόλλια

15/6/10

Αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις...


Τόσο ζεστή βραδιά… Η ομορφότερη που έχω ζήσει στο νησί και η τελευταία. Ένας κύκλος έκλεισε κι όσο κι αν η προσμονή για την επιστροφή στους αγαπημένους μου είναι μεγάλη, η μελαγχολία γι’ αυτό που χάνεται δεν λείπει. Τόσο ανάμεικτα συναισθήματα…

 
Ανηφορίζω για μια τελευταία φορά βράδυ απ’ τα στενάκια της καλντέρας, κάνω τις ίδιες κινήσεις όπως πάντα, ίσως λίγο πιο νωχελικά. Στέκομαι στις ίδιες βιτρίνες, χαζεύω την ίδια θέα, κάθομαι στα ίδια πεζούλια για το αγνάντι της φωτισμένης μυθικής πολιτείας που θα θυμάμαι πάντα. Η σχολική χρονιά τελειώνει. Αποχαιρετώ ανθρώπους που με συντρόφεψαν λιγότερο ή περισσότερο στους μήνες που κύλησαν τρεχούμενο νερό στο ποτάμι της ζωής μου. Με τη βαθιά συναίσθηση πως δύσκολα θα ξανασυναντηθούν οι δρόμοι μας κι ας έχουμε τις καλύτερες προθέσεις κι ας λέμε πως δεν θα χαθούμε γιατί ξέρω πως έτσι είναι η ζωή κι οι δρόμοι των ανθρώπων κάποτε χωρίζουν. Άνθρωποι παντού και πάντοτε όμορφοι όταν η ματιά σου γίνεται πιο καθαρή, ποτισμένη με σοφία για τα πρόσκαιρα και τα εφήμερα του κόσμου. 


 Συγκινούμαι με τα παιδιά που βλέπω για τελευταία φορά κι όλα τόσο ξεχωριστά με τα χαρίσματα μα και τα προβλήματά που θα συναντήσουν μπροστά τους που ήδη φαίνονται. Είναι τόσο υπέροχο να είσαι δάσκαλος, αληθινά τυχερός όποιος το ζει - κι ας είσαι ανπληρωτής, με αβέβαιο μέλλον..


Όχι, δεν ξεχνάω καθόλου τις φορές που γκρίνιαξα και βαρυγκόμησα και δυσκολεύτηκα και θύμωσα στην τάξη. Μα ακριβώς γι’ αυτό, για όσα μαζί τους έμαθα και για όσο με αισθάνθηκαν δίπλα τους να προσπαθώ να περάσουμε όμορφα μαζί, όσο βλέπω χαμόγελα και αγκαλιές όταν με συναντούν και ξέρω πως τελικά, στα περισσότερα τουλάχιστον, λόγω της αθωότητας της ηλικίας τους μόνο τα καλά έμειναν, έτσι αυθόρμητα βγαίνει μια βαθιά ευχή και προσευχή έτσι να κυλάνε οι χρονιές της ζωής μου. Πράγμα αβέβαιο, αλλά και τι στη ζωή μας είναι βέβαιο; Έτσι, λοιπόν, «αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις» που λέει ο ποιητής* και δόξα τω Θεώ για το φετινό Του απρόσμενο δώρο!

*"Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον", Κ. Καβάφης 1911


                                                                                                                                         Aναστασία 

ΑΝΑΤΟΛΗ


 

Αναδυόμενος ο ήλιος

στον Αιγαίο ουρανό

συνίπταται

με τις Ιώνιες μνήμες


Η εωθινή έπαρση

αναβλύζει αποχρώσεις

εκπέμπει ιαχές

που πάλλονται στον ρυθμό

ανεξίτηλων καταγραφών 


Η γαλανή απαλότητα του Πελάγους
εναρμονισμένη με το οικείο πνεύμα
πιστοποιει και δικαιώνει
τις διαστάσεις του.




Μ.Ψ.

11/6/10

ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ...




Μουσικές μνήμες τραγουδισμένες από δικούς μας ανθρώπους, μνημόσυνο στους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, για όσα χάθηκαν κι όσα αγαπήσαμε. Όχι αδελφοί, κανένας εθνικιστικός οίστρος δεν μας έπιασε, την μνήμη διατηρούμε, την λήθη πολεμούμε. Οχι, δεν θέλουμε να πάρουμε την Πόλη (χωράει εξ άλλου όλος ο πληθυσμός της Ελλάδας εκεί μέσα), μα όποιος την επισκεφτεί ταξιδεύει στην ιστορία, θυμάται, μαθαίνει, συγκινείται και καταλαβαίνει πως είναι τραγικό για τους Νεοέλληνες να λέμε (ανιστόρητοι πάντα) πως δεν έχουμε σχέση καμία με το Βυζάντιο. Όταν όλοι χαλκεύουν ιστορία, εμείς αυτοκτονικά την διαγράφουμε...

 Ακούμε την Αναστασία Χατζηπαύλου 
στο " Σημαίνει ο Θεός".
Ευχαριστούμε τον Ζήση Κ. 
γιά την κατασκευή του video...

ΥΓ: Έπρεπε να το βάλουμε ως αφιερωμα την 29η Μαΐου, αλλά ...ο δαίμων  του ιστολογίου το ξέχασε!

8/6/10

Σκέψεις μπροστά σ' ένα τοίχο...


          
            «Μην περιμένεις να χιονίσει για να δεις άσπρη μέρα, ρίξε γιαούρτι».
          Σύνθημα γραμμένο σε κάποια γειτονιά της Αθήνας.
          Σαν πρόταση καλή. Μα να χαραμίσεις σε χαλεπούς οικονομικά καιρούς το γιαούρτι, κρίμα δεν είναι; Όσο για χιόνι...μόνο αν αλλάξουμε τους νόμους της φυσικής για να παγώνει το νερό στους +27ºC.
          Και τότε το στιχάκι στο τοιχάκι; Σαρκασμός; Χιούμορ; Απαισιοδοξία;


          Ευτυχώς για την καλαισθησία (όση είχε απομείνει) της μισογκρεμισμένης μάντρας και για τη δική μου νομιμότητα, δεν κρατούσα σπρέυ για να αντιτάξω κι εγώ το παρασύνθημα του δίκαιου Δαβίδ «πλυνεiς με καί υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι». 
Ούτε χιόνι, ούτε γιαούρτι χρειάζεται για να καθαρίσει το τοπίο της ζωής μας. Μόνο η ειλικρινής μετάνοια και το γενναιόδωρα προσφερόμενο έλεος του Θεού εις τους  αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 Δέσποινα Κόλλια

4/6/10

ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΤΟ ΜΠΟΡΩ ΚΙ ΕΓΩ...



            Κρυώνει. Ρίγη την διαπερνούν. Προσπαθεί να ζεσταθεί μα η παγωνιά την έχει καθηλώσει. Σταματημένο νιώθει το αίμα της στις φλέβες. Αυτό είναι άραγε το τέλος; Μα είναι τόσο νέα! Όμως η καρδιά της πώς μαράθηκε τόσο; Αποζητά κάποιον μα δεν υπάρχει κανείς. Είναι τόσο ανήμπορη και μόνη!
            Προσπαθεί να περπατήσει, μα τα πόδια της βαριά. Βαριά ήταν άλλωστε, σκέφτεται, και κάθε φορά που φίλος την καλούσε στην ανάγκη του. Ένωσε άραγε, αναρωτιέται, ποτέ τα βήματά της ως συνοδοιπόρος των άλλων; Κι αυτά τα χέρια, που τώρα κοιτά σαν ξένα, δεν τα θυμάται ποτέ να έδωσαν από το περίσσευμα που πάντα είχε. Τούτη τη δύσκολη στιγμή θέλει ανθρώπους κοντά της, όμως υπήρχε στιγμή που αυτή μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ή ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη έδωσε κουράγιο κι ενίσχυση σε κάποιον; Πώς να ξεχάσει την αδιαφορία της για τα προβλήματα που της εκμυστηρεύονταν, για τις αγωνίες που ποτέ δεν έκανε δικές της; Είχε, βλέπεις, τη σιγουριά του εγωισμού πως αυτή δε χρειάζεται τίποτα από κανέναν.

 
            Πάλι αυτό το μούδιασμα που την ηλεκτρίζει ολόκληρη. Μυρμηγκιάζει μονομιάς. Μυρμηγκιάζει κι ο νους της από τα τόσα θέλω της, θέλω υλικά, που θα οικοδομούσαν ψηλότερα το μνήμα της αυταρέσκειας, της ωραιοπάθειας, της έπαρσης. Τώρα το νιώθει όμως, πως μνήμα δικό της έγινε η απληστία της στην ύλη.
            Τρέμει και σκιρτά. Μα τόσο κρύο κάνει; Τα πανωφόρια της, διαμπερείς χιτώνες μοιάζουν. Κι έχει τόσα πολλά στην ντουλάπα της. Να προλάβαινε μόνο να φτάσει εκεί. Να προλάβαινε...

 
            Απότομα ξυπνά λουσμένη στον ιδρώτα. Το βλέμμα της πέφτει στο ρολόι, 3.20 π.μ. Το κλιματιστικό λειτουργεί κανονικά σε πείσμα των 39⁰ C της θερινής νύχτας. Ησυχία επικρατεί στο σπίτι. Ανησυχία όμως κατέλαβε την ψυχή της, ότι έχασε ήδη πολύτιμο χρόνο. Θέλει να επανορθώσει και να χαράξει εκ νέου τη ρότα της ζωής της. Κι η σκέψη της αυτή τη γαληνεύει. Και μια φλόγα ελπίδας ξεπηδά από μέσα της, γιατί ξέρει ότι τίποτα δε χάθηκε, αφού μπορεί ακόμα να ανασαίνει και να αισθάνεται. Μια ζεστασιά την κατακλύζει για τους πάντες και τα πάντα. Κι ένα θερμό ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς της. Ένα ευχαριστώ που ποτέ δεν είχε αφεθεί να πει.
            Καίγεται πια από τη λαχτάρα να ζήσει αληθινά. Και το ξέρει πως το μπορεί! Και το ξέρω πως το μπορώ κι εγώ!
 
Δέσποινα Κόλλια 

1/6/10

Ο γάμος στα μέρη μας...


           Από τα χειρόγραφα “απομνημονεύματα” του Γεωργίου Παπάζογλου, πατέρα της αδελφής μας Β. Π., η οποία μας τα παραχώρησε και τα δημοσιεύουμε.
               

Ο γάμος στα μέρη μας, 
στην  περιοχή Γιοζγάτης (Yozgat) στην Καπαδοκία.

Στα μέρη μας πριν έναν αιώνα περίπου, οι νέοι δεν είχαν καμιά ελευθερία στο να διαλέγουν οι ίδιοι το ταίρι τους. Το διάλεγαν πάντοτε οι γονείς. Ο πατέρας ήταν ο απόλυτος κύριος για να κανονίσει τα ζητήματα του γάμου. Έτσι, γάμος από έρωτα δεν μπορούσε να γίνει. Μονάχα σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορούσε να υπάρχει κάποια συμπάθεια μεταξύ του ζευγαριού. Το παλικάρι περνούσε τότε από το σοκάκι της κοπέλας, μήπως ειδωθούν φευγαλέα. Αλληλοκοιτάζονταν ερωτικά σε πανηγύρεις, σε γάμους ή σε οικογενειακές συγκεντρώσεις. Αλλά στο τέλος, ήταν απαραίτητη φυσικά η συγκατάθεση του πατέρα για την ένωση τους.
Όταν ο νέος γινόταν 20-25 χρονών ή η κοπέλα 15-20, ήταν καθήκον των γονιών να τους αρραβωνιάσουν και να τους παντρέψουν με συνοικέσιο. Έτσι τα αγόρια και τα κορίτσια μας παντρεύονταν πάντα με προξενιό, αλλά χωρίς προίκα. Γιατί εθεωρείτο μεγάλη αδιαντροπιά το να ζητήσεις προίκα. Ούτε και οι προξενήτρες αποβλέπανε ποτέ σε καμιά υλική αμοιβή. Τις ικανοποιούσε η σωστή διαδικασία, το ψυχικό που κάνανε και η εγκάρδια ευγνωμοσύνη του κοριτσιού, αν καλοτυχιζόταν.





Κάποτε πάντρευαν με συνοικέσιο για οικονομικούς λόγους, νεαρές κοπέλες χωρίς να ρωτηθούν, εν αγνοία τους, με ηλικιωμένους άντρες. Για παράδειγμα η πεθερά μου σε ηλικία 18 χρονών, είχε παντρευτεί χωρίς να θέλει, με κλάματα, έναν ευκατάστατο έμπορο 43 χρονών, άσχετο αν στη συνέχεια αποδείχθηκε ένας χρυσός άνθρωπος.
Επίσης ο θείος μου Βασιλάκης, είχε παντρέψει την ξαδέρφη μου την Ελένη, 18 χρονών και πανέμορφη κοπέλα, με έναν άντρα 42 χρονών, επειδή είχε ακούσει πως ήταν πολύ πλούσιος.
Έχω υπ' όψη μου και άλλους τέτοιους γάμους, αλλά δεν υπάρχει φυσικά λόγος να τους αναφέρω εδώ όλους.

Ο αρραβώνας.
Αν όλα πήγαιναν καλά και ευοδωνόταν το προξενιό, όριζαν κάποιο βράδυ να γίνουν οι αρραβώνες. Συγκεντρώνονταν στο σπίτι της νύφης οι συγγενείς των μελλονύμφων και οι προξενήτρες. Αν θέλανε να γίνει ο αρραβώνας πιο επίσημα, καλούσανε και τον ιερέα για να δώσει την ευλογία του.
Τα κεράσματα συνοδευόντουσαν πάντοτε με τις κατάλληλες για την περίσταση ευχές και πρόσφεραν για δώρα, στη νύφη φλουριά (κραμίτσες, μαχμουντάδες) ή κάποιο άλλο κόσμημα και στον γαμπρό συνήθως μια ασημένια σιγαροθήκη.
Όσοι θέλανε να αποφύγουν τον θόρυβο και την επίδειξη, αντί για την τελετή του αρραβώνα, αντάλλασαν ένα απλό "Ναι" συμφωνίας και αυτό ήταν αρκετό. Το "Ναι" εκείνη την εποχή είχε θέση ακατάλυτου συμβολαίου.
Οι τρυφερές εκδηλώσεις ανάμεσα στους αρραβωνιασμένους, δεν επιτρεπόταν να γίνονται στα φανερά. Η κοπέλα, αν τύχαινε να συναντήσει στο δρόμο τον αρραβωνιαστικό της, απομακρυνόταν αμέσως. Δεν πήγαινε κοντά του. Μονάχα τις Κυριακές και τις γιορτές, όταν το παλικάρι πήγαινε στο σπίτι του πεθερού του για επίσκεψη, εκεί κοντά στους γονείς της, μπορούσε ελεύθερα να κουβεντιάσει με τη μνηστή του.
Όταν ήμουνα 12 χρονών (το 1907), ο πατέρας μου επρόκειτο να πάει με έναν υποψήφιο γαμπρό και το συγγενολόι του στο σπίτι της νύφης, για να τελέσουν τους αρραβώνες. Ήταν νύχτα και με πήραν μαζί τους για να φωτίζω τον δρόμο τους με το φανάρι. Όταν φτάσαμε, η μητέρα της νύφης μου δώρισε όπως ήταν η συνήθεια, ένα σωρό καραμέλες και κουφέτες τυλιγμένες σε ένα μεγάλο όμορφο μεταξωτό μαντήλι. Σαν παιδάκι, με είχε κατενθουσιάσει το δωράκι αυτό και δεν το ξέχασα μέχρι σήμερα.







Προετοιμασίες για τον γάμο.
Στα μέρη μας, δηλαδή στη Γιοζγάτη και στις γύρω πόλεις και χωριά, ο γάμος γινόταν κατά κανόνα στην Εκκλησία την Κυριακή το πρωί, μετά την απόλυση της Λειτουργίας.
Ολόκληρη η εβδομάδα πριν από την τελετή του γάμου, ήταν για όλους τους ενδιαφερόμενους αφιερωμένη σε μια ζωηρή και πανηγυρική προετοιμασία.
Τη Δευτέρα και την Τρίτη οι "καλέστρες" γυρνούσαν στα σπίτια και προσκαλούσαν τους συγγενείς και φίλους να παρευρεθούνε στο γάμο. Η πρόσκληση αποσκοπούσε όχι μονάχα στην παρουσία τους στη γαμήλιο τελετή στην Εκκλησία, αλλά και στη συμμετοχή τους στα γλέντια και τους χορούς που γίνονταν ολόκληρο το Σάββατο, την παραμονή, στο σπίτι της νύφης και όλη μέρα την Κυριακή του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού.
Την Πέμπτη, η μητέρα και η πεθερά της νύφης, την πήγαιναν στο λουτρό (χαμάμ) για να τη λούσουν. Προσκαλούσαν επίσης στο λούσιμο, τις στενές συγγένισσες και τις φιλενάδες της νύφης, που φέρνανε μαζί τους  φαγητά και σερμπέτια.
Μια που μέχρι τα 11 ή 12 μου χρόνια πήγαινα στο χαμάμ μαζί με τη γιαγιά και τη μάνα μου, θυμάμαι πως στη μέση της αίθουσας του λουτρού, υπήρχε μια μαρμάρινη χαμηλή εξέδρα. Πήγαιναν τη νύφη εκεί στην εξέδρα, με τα φρεσκογανωμένα τάσια και με μικρά καζανάκια γιομάτα νερό. Με γέλια, με χαρούμενα ξεφωνητά και αστεία, κάθε μια από τις φιληνάδες της έχυνε στο κεφάλι ένα τάσι γιομάτο νερό και της ευχόταν. Οι τελέκισσες (Τουρκάλες που υπηρετούσαν τις λουόμενες) χόρευαν και τραγουδούσαν για να πάρουν το μπαξίσι τους. Αφού στη συνέχεια λουζόντουσαν και οι άλλες γυναίκες της συνοδείας, στρώνανε τον σοφά του χαμάμ με τα κιλίμια και τα μαξιλάρια που είχαν φέρει μαζί τους. Εκεί, αναπαυόντουσαν και παράλληλα τρώγανε τα φαγητά που είχανε φέρει και πίνανε διάφορα σερμπέτια και βυσσινάδες για να δροσιστούνε. Έτσι, διασκεδάζανε με την ψυχή τους και το βραδάκι γυρνούσαν στα σπίτια τους.
Την Παρασκευή, απλώνανε όλα τα προικιά της νύφης στα ντιβάνια, στους καναπέδες ή άλλα τα κρεμούσαν στους τοίχους και προσκαλούσαν τους συγγενείς, τις γειτόνισσες και τις φίλες για να τα δούνε και να τα ράνουνε με κουφέτες και ρύζι, για να ριζώσει ο γάμος.
Προσφέρανε για κέρασμα ξερό καϊμάκι με μέλι, γλυκά διάφορα και οπωσδήποτε Ισλί (τριγωνικό γλύκισμα παρόμοιο στη γεύση με τα μελομακάρονα). Κάποια στιγμή ξεκινούσαν το τραγούδι και τον χορό στους ρυθμικούς ήχους του ντεφιού. Σύμφωνα με τα έθιμα μας, οι καλεσμένοι δεν έφερναν δώρα, αλλά όποιος ήθελε και ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, χάριζε στη νύφη ένα ή περισσότερα φλουριά.

 
Το Σάββατο ενώ στο σπίτι της νύφης, γλεντούσανε και πάλι ολημερίς με χορούς και τραγούδια, στο σπίτι του γαμπρού γινόταν πανηγυρικά μετά μουσικής, το ξύρισμα του με την παρουσία των στενών συγγενών και των φίλων του. Εκεί έστελνε η νύφη τα πιο εκλεκτά καλοκεντημένα προσόψια της και το καλύτερο μεταξωτό μαντήλι της, για το ξύρισμα του γαμπρού και του κουμπάρου.
Όταν τελείωνε ο κουρέας τα ξυρίσματα, παίρνοντας και τα ανάλογα μπαξίσια του, έστρωναν με κεντητά τραπεζομάντιλα τους σοφράδες (χαμηλά στρογγυλά τραπέζια), είτε στην αυλή του σπιτιού είτε έστρωναν κάτω στο πάτωμα της κάμαρας πάνω σε κιλίμια και καθόντουσαν γύρω-γύρω σταυροπόδι όλοι μαζί οι συγγενείς και φίλοι. Σερβίρανε διάφορα φαγητά, ποτά και γλυκά ταψιού, ιδιαίτερα βέβαια τον υπέροχο μπακλαβά.

Γαμήλιος τελετή μετ’ εμποδίων.
Όταν έφτανε η ευφρόσυνη, η πολυπόθητη μέρα του γάμου Κυριακή πρωί, ο γαμπρός στολισμένος κυριολεκτικά γαμπριάτικα μαζί με τους γονείς και τους πιο στενούς συγγενείς του, πήγαινε στο σπίτι της νύφης για να την παραλάβει και να τη φέρει στην Εκκλησία, να τη στεφανωθεί. Αλλά σύμφωνα με τα τότε έθιμα μας, τα έβρισκε σκούρα. Οι γονείς της νύφης αμπάρωναν τις πόρτες και τα παράθυρα, ταμπουρώνονταν μέσα στο σπίτι και δεν τους άφηναν να μπουν. Προβάλλανε διάφορα εμπόδια. Λέγανε πως η κόρη τους είναι τάχα μικρή ακόμα και θα περιμένουν να μεγαλώσει ή δεν είναι ακόμα έτοιμα τα προικιά και άλλα παρόμοια.

 Ερειπια εκκλησίας στη Γιοζγάτη σήμερα


Γινόταν ομηρικός καυγάς, ώσπου να κατακτηθεί η νύφη. Ο γαμπρός και το σόι του τράνταζαν τότε τις πόρτες, προσπαθούσαν να τις παραβιάσουν για να τις ανοίξουν, αλλά βρίσκανε μεγάλη αντίσταση. Οι γονείς και οι στενοί συγγενείς της νύφης, κοίταζαν να παιδέψουν τον γαμπρό με κάθε τρόπο, για όσο περισσότερο χρόνο μπορούσαν και να μην του παραδώσουν έτσι εύκολα τη νύφη.
Στο τέλος ο γαμπρός, έπαιρνε καμιά φορά στο χέρι του ένα σκεπάρνι και απειλούσε προσποιητά, πως θα έσπαγε την πόρτα αν δεν άνοιγαν. Τελικά ύστερα από κάποιο συμβιβασμό, υποχωρούσανε οι γονείς και άνοιγαν όλες τις πόρτες, οπότε ο γαμπρός έπαιρνε στην κατοχή του τη νύφη, στολισμένη με το νυφικό και τα κοσμήματα της και με γέλια και χαρά ξεκινούσαν για την Εκκλησία, όπου μετά την απόλυση της Λειτουργίας, οι καλεσμένοι περίμεναν με αδημονία τους μελλονύμφους, για την τελετουργία του γάμου.     




Πριν να αρχίσει η γαμήλια τελετή, η νύφη έκαμνε βαθιά "μετάνοια" και φιλούσε τα χέρια των γονιών της και των πεθερικών της.
Κατά την τελετουργία ενώ ψαλλόταν το "Ησαΐα χόρευε", ραίνανε το ζευγάρι με ρύζι και με μικρονομίσματα και τα πιτσιρίκια πέφτανε χάμω και τα μάζευαν.
Μετά την ιερή ακολουθία, οι νεόνυμφοι βγαίνανε έξω από την Εκκλησία στεφανωμένοι. Τους ακολουθούσαν σε παράταξη, ο ιερέας, οι γονείς, οι κουμπάροι, συγγενείς και φίλοι. Πολλές φορές προηγούνταν της όλης πομπής μουσικά όργανα, που παίζανε κατάλληλους για την περίσταση χαρμόσυνους σκοπούς.
Ενώ μπαίνανε οι νεόνυμφοι στην καινούργια τους κατοικία, κορίτσια τους ραίνανε με ροδόσταμο και οι δικοί τους σφάζανε αμνό, τη στιγμή που περνούσαν το κατώφλι του σπιτιού.
Στη μεγάλη σάλα, οι άντρες καθόντουσαν ξεχωριστά από τις γυναίκες. Αν δεν υπήρχε σάλα, οι άντρες και οι γυναίκες καθόντουσαν σε χωριστά δωμάτια. Τα κεράσματα στους καλεσμένους ήταν συνήθως, γλυκά κουταλιού, κουφέτες και υπέροχο τσουρέκι σε σχήμα κουλουριού.
Μετά από τα πρώτα και δεύτερα κεράσματα, αποχωρούσαν ο ιερέας και οι ηλικιωμένοι και επακολουθούσε φαγοπότι και χορός μέχρι τα μεσάνυχτα, με τη συνοδεία μουσικών οργάνων και τραγουδιών.
Ιδιαίτερα στη Γιοζγάτη ήταν ξακουστός ο Αρμένικος μουσικός όμιλος "Κουκάς" (Κουκάς-τακιμί), που παίζανε με καταπληκτική μαεστρία βιολί, κλαρίνο, σαντούρι και ντέφι. Τους αγκαζάριζαν οι πλούσιοι και τους πλήρωναν για κάθε γάμο, πέντε χρυσές λίρες.



Όλοι οι παριστάμενοι διασκέδαζαν ολόψυχα και χόρευαν με την καρδιά τους και με μεγάλο κέφι καρσιλαμά, τσιφτετέλι, πόλκα, βαλς και καντρίλιες.
Σύμφωνα με τα έθιμα μας, η νύφη έπρεπε να χορέψει από μια φορά ξεχωριστά, με όλο το συγγενολόι και το δικό της και του άντρα της. Έτσι ξεθεωνόταν η καημένη όλη μέρα, για να ευχαριστήσει χώρια τον καθένα, χορεύοντας μαζί του.
Κάποτε, τελείωναν όλα. Παύανε τα μουσικά όργανα και ο κόσμος έφευγε. Οι νεόνυμφοι αποσύρονταν πια στο νυφικό τους θάλαμο. Τα γαμήλια στρωσίδια ήταν καλυμμένα με ατλαζένια μεταξωτά παπλώματα και μαξιλάρια.
Την επομένη, Δευτέρα πρωί, ερχόταν κατά το κοινό έθιμο, η μάνα του γαμπρού ή κάποια ηλικιωμένη συγγένισσα τους, για να εκπληρώσει μια λεπτή, αλλά πολύ σοβαρή καθώς τη θεωρούσανε, αποστολή. Έπρεπε να πεισθούν οι γονείς και οι συγγενείς του γαμπρού, ότι η νύφη ήταν παρθένα. Γι' αυτό ήταν απαραίτητο να επιδειχθεί το εσώρουχο της ή το σεντόνι που κοιμήθηκε το ζευγάρι, αλλιώς ο σύζυγος είχε δικαίωμα να ζητήσει αμέσως διαζύγιο.
Μετά τον γάμο, η νύφη αφοσιωνόταν στον άντρα και τα παιδιά της και στη φροντίδα του νοικοκυριού της. Φυσικά στα νιάτα της μέχρι να παντρευτεί, βρισκόταν κάτω από την κηδεμονία των γονιών της. Με τον γάμο άλλαζε κηδεμονία.