20/8/16

Το ελληνικό καλοκαίρι...









“Στά­λα στά­λα συ­νά­ζει μέ­σα της η κα­ρυ­διά τη σκο­τει­νή δρο­σιά. Το κυ­πα­ρίσ­σι ε­ρη­μώ­νει γύ­ρω του τα πάν­τα κι α­πο­μέ­νει δα­σύ, κυ­ρί­αρ­χο.

Ί­δια και ο πλά­τα­νος. Προ­στά­τες φα­σμα­τι­κοί των κάμ­πων της Αρ­γο­λί­δας και της Αρ­κα­δί­ας.


Η συ­κιά σταυ­ρώ­νει τα χλω­μά της μέ­λη, τεν­τώ­νε­ται μες στο πε­τσί της το γυ­α­λι­στε­ρό και χνου­δά­το, τέ­λος, κά­πο­τε, στρογ­γυ­λο­κά­θε­ται μέ­σα στην ί­δια της την ευ­ω­διά.

Οι ρο­δι­ές α­νά­βου­νε σαν κο­κό­ρια. Η ε­λιά, δί­χως να το πο­λυ­σκε­φτεί, δί­νε­ται στον ή­λιο, στον ά­νε­μο, σ’ ό­λα τα στοι­χεί­α που ρη­μά­ζου­νε το κορ­μί της.

Οι ρο­δο­δάφ­νες, που μο­σκο­βο­λού­νε πι­κρα­μύ­γδα­λο, σα­λεύ­ου­νε, ό­μοι­α νε­ρό, βα­θιά στις κοί­τες των ξε­ρο­πό­τα­μων.

Σι­γά σι­γά, μες στο κα­τα­κα­λό­και­ρο, το φως α­φα­νί­ζει την Ελ­λά­δα. Χω­νεύ­ει τα νη­σιά, ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει τις θά­λασ­σες, α­χρη­στεύ­ει τους ου­ρα­νούς. Μή­τε που βλέ­πεις πια βου­νά, μή­τε δέν­τρα, μή­τε πο­λι­τεί­ες, μή­τε χώ­μα και νε­ρό. Ά­φαν­τα ό­λα.

Πι­ω­μέ­νος φως – μο­νά­χα μια σκιά μαύ­ρη – ο άν­θρω­πος. Μια σκιά που με­γα­λώ­νει, δυ­σα­νά­λο­γα προ­στα­τευ­μέ­νη α­πό την ί­δια του τη θυ­σί­α.

Η αν­τί­στα­ση σ’ έ­να τέ­τοι­ο φως: να ποι­ο εί­ναι το βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα της ελ­λη­νι­κής αρ­χι­τε­κτο­νι­κής.

Μέ­σα στη δι­α­φά­νεια, ποι­ο δι­ά­φα­νος α­κό­μη, πιο λευ­κός, ο Παρ­θε­νώ­νας δι­και­ώ­νει μυ­στη­ρια­κά την ύ­παρ­ξή του την ώ­ρα που το με­ση­μέ­ρι το ατ­τι­κό φτά­νει στη με­γα­λύ­τε­ρή του έν­τα­ση κι ό­που μο­νά­χα νε­ρά­ι­δες τρι­γυρ­νάν μες στο θαμ­πω­τι­κό δι­ά­στη­μα.

Η Ελ­λά­δα στους χάρ­τες α­νύ­παρ­χτη.

Λες και βρή­κε ο κό­σμος το μα­κα­ρι­σμέ­νο τέ­λος του σ’ αυ­τή την α­πό­λυ­τη ι­σό­τη­τα.

Κι ό­μως, το ί­διο αυ­τό φως, το α­στρα­φτα­βό­λο, το κα­ται­γι­στι­κό, που α­ναι­ρεί την Ελ­λά­δα μες στα με­ση­μέ­ρια, την α­πο­κα­θι­στά πά­λι το η­λι­ο­βα­σί­λε­μα κά­τω α­πό τα φαν­τα­σμα­γο­ρι­κά πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα του δει­λι­νού και αρ­γό­τε­ρα κά­τω α­πό την τρυ­φε­ρή πα­ρου­σί­α της Σε­λή­νης.

Τό­τε ξα­να­βρί­σκει τον ε­αυ­τό της η Ελ­λά­δα. Ξα­να­γί­νε­ται αυ­τό που πραγ­μα­τι­κά εί­ναι. Ξα­να­παίρ­νει στους χάρ­τες τη θέ­ση που της α­ξί­ζει. Θέ­λω να πω τη θέ­ση των ο­νεί­ρων.”

   Ο. Ε­λύ­της, Εν λευ­κώ, Ί­κα­ρος



19/8/16

Υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο;




“...θάνατος γαρ εστίν η άνευ Χριστού ζωή»

Με αφορμή την ευαγγελική περικοπή της 21ης Αυγούστου (Ματθ. ιδ΄14-22)




(εικόνα, Φίκος)

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας

 Ζούμε σε μια ανασφαλή εποχή όπου καθώς όλα μοιάζουν ρευστά και μεταβατικά οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν ανασφαλεια, άγχος και φόβο. Τα μεγάλα προβλήματα που συσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας - πνευματική και πολιτισμική κρίση, οικονομική κατάρρευση, ανεργία και φτώχια, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, εγκληματικότητα, πιθανοί κίνδυνοι πολεμικής εμπλοκής με τους κάθε λογής γείτονές μας, μόνιμη κρίση στην παιδεία, ακραίος λαϊκισμός, έχουν τρομάξει τους συμπατριώτες μας. Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά και οικονομικά "παιχνίδια" των Μεγάλων Δυνάμεων, η ραγδαία αύξηση του ακραίου Ισλάμ σε κοντινές χώρες, το σοβαρότατο οικολογικό πρόβλημα και τόσα άλλα γεμίζουν φόβο κι ανησυχία το νου και την ψυχή.

 Βεβαίως, μαζί με όλα αυτά στον καθένα μας κυριαρχεί ο φόβος της φθοράς και του θανάτου, ο φόβος για την ασφάλεια και την υγεία των αγαπημένων προσώπων, ο φόβος να μην χάσουμε όσα θεωρούμε κεκτημένα. Είμαστε τα μόνα πλάσματα πάνω στην γη που γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε κι αυτό καθορίζει την ζωή και την σκέψη, μας φέρνει αντιμέτωπους με το πεπερασμένο της ύπαρξής μας. Συνηθίζουμε να μην αναφερόμαστε στο θέμα του θανάτου στην καθημερινότητά μας, σα να’ ναι ένα κοινό μυστικό που όλοι θυμόμαστε αλλά κανείς δεν θέλει να το συζητήσει ανοιχτά. Εξορίσαμε από την ζωή μας τα ταφικά έθιμα που επί χιλιάδες λειτουργούσαν ψυχοθεραπευτικά στους ανθρώπους όλων τον πολιτισμών. Ζούμε στην εποχή της λήθης, της απώθησης, του εφήμερου, και το πληρώνουμε ακριβά. Συνειδητά η ασυνείδητα, η ζωή μας καθορίζεται από τον φόβο του θανάτου, που είτε προσπαθούμε να τον ξεχάσουμε και τον απωθούμε είτε μας βασανίζει μέσα από πολλούς και διάφορους φόβους. Ο φόβος του θανάτου για κάποιους είναι εμφανής, ενώ για άλλους εκφράζεται έμμεσα, είτε ως άγχος, είτε μεταμφιεσμένος σε κάποιο άλλο ψυχολογικό σύμπτωμα. 



                               ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ, ΣΤΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ
                                                               

15/8/16


10/8/16

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΑΣ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΟ ΜΑΤΙ...




Το καλοκαίρι μας κλείνει το μάτι. 
Ας θαυμάσουμε τις ομορφιές που έχει απλώσει ο Θεός στα πόδια μας...


Ας σταματήσουμε το χρόνο που μας τρέχει όλο τον καιρό, και τώρα που μπορούμε - ενόψει των διακοπών μας - ας σταθούμε. Νοιώθω όλες τις αισθήσεις μου, να το απολαμβάνουν. Τις αφήνω να χαρούν τη φύση. Ακούω τα κύματα που σκάνε στα βράχια, την μύτη μου ξεγελά πότε η ρίγανη και πότε το θυμάρι. Γεύομαι κρασιά με ιδιαίτερη γεύση, αγγίζω λουλούδια που άλλα με το χρώμα τους και άλλα με το σχήμα τους με εντυπωσιάζουν. 

Και πάνω απ' όλα ευχαριστώ Χριστέ μου για τα μάτια μου. Βλέπουν, βλέπουν και δεν χορταίνουν: πουλιά που φτιάχνουν τη φωλιά τους με τόση μαεστρία, σύννεφα που τρέχουν να παίξουν με το φεγγάρι, ήλιος που κρύβεται και πριν χαθεί ολότελα μας χαρίζει χρυσαφένιες πορτοκαλί και ροζ ανταύγιες, κάνοντας και τον τελειότερο ζωγράφο να ζηλέψει...



'Ολα αυτά για μας και εμείς πάνω από αυτά. Δεν ξεκίνησα να γράψω μια έκθεση για τη φύση κι ας μοιάζει έτσι. Ήθελα να υμνήσω τον Θεό, να Τον ευχαριστήσω για όλα αυτά που απολαμβάνω και βλέπω στις διακοπές μου.
Ο Πάνσοφος Δημιουργός με το Άγιο Του το χέρι σκόρπισε απλόχερα πρόγευση απ' τον παράδεισό Του.

Καλή Παναγία!.

Σταυρούλα Μπ. 
Φωτογραφίες: Σωτήρης Αλ.

7/8/16

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ...


 
Από τον τελευταίο λόγο (11 Μαρτίου 1993), πριν την κοίμησή του, 
του αγίου γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ

 Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου αποτελεί στερεόν θεμέλιον της ελπίδος δια την μεταμόρφωσιν της ζωής ημών όλης —ήτις νυν είναι πλήρης κόπου, ασθενείας, φόβου— εις ζωήν άφθαρτον και θεοειδή.  Εν τούτοις, η ανάβασις αύτη εις το υψηλόν όρος της Μεταμορφώσεως συνδέεται μετά μεγάλου αγώνος. Ουχί σπανίως ημείς εξασθενούμεν εξ αρχής εν τω αγώνι τούτω και απελπισία φαίνεται να κυριεύη της ψυχής. Εις τοιαύτας ώρας μαρτυρικής παραμονής εν τοις ορίοις μεταξύ του έλκοντος προς εαυτό  Απροσίτου Φωτός της Θεότητος και της απειλητικής αβύσσου του σκότους, μνησθώμεν των διδαγμάτων των Πατέρων ημών, οίτινες διήνυσαν την οδόν ταύτην ακολουθούντες τον Χριστόν, και εζωσμένοι τας οσφύας ημών ενδυναμωθώμεν δια της κραταιάς ελπίδος εις  Εκεῖνον,  Οστις δια της παλάμης Αυτού βαστάζει ακόπως πάσαν την κτίσιν.  Ενθυμηθῶμεν ότι εν τη ζωή ημών πρέπει να επαναληφθή ομοιοτρόπως παν ο,τι ετελέσθη εν τη ζωή του Υιού του  Ανθρώπου, δια να ελευθερωθώμεν από παντός φόβου και ολιγοψυχίας.  Η οδός είναι κοινή εις πάντας ημάς κατά τον λόγον Αυτού του Χριστού· « Εγώ ειμι η οδός»· ως εκ τούτου δε είναι και μοναδική, διότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι  ᾿Εμού». 

 Εάν ο Κυριος «επειράσθη», και ημείς πρέπει να διέλθωμεν δια του πυρός των πειρασμών.  Εὰν ο Κυριος κατεδιώχθη, και ημείς ωσαύτως θα διωχθώμεν υπό των ιδίων εκείνων δυνάμεων, αι οποίαι εδίωκον τον Χριστόν.  Εὰν ο Κυριος έπαθε και εσταυρώθη, και ημείς αναποφεύκτως οφείλομεν να πάσχωμεν και να σταυρούμεθα έστω, ίσως, και επί αοράτων σταυρών, εφ  ὅσον πράγματι ακολουθούμεν Αυτόν εις τας οδούς της καρδίας ημών.  Εὰν ο Κυριος μετεμορφώθη, και ημείς θα μεταμορφωθώμεν και ενταύθα έτι επί της γης, εάν ομοιωθώμεν προς Αυτόν εις τας εσωτερικάς επιθυμίας ημών.  

 Εὰν ο Κυριος απέθανε και ανέστη, τότε και πάντες οι πιστεύοντες εις Αυτόν θα διέλθουν δια του θανάτου, θα κατατεθούν εις μνημεία και έπειτα θα αναστηθούν ομοίως προς Αυτόν, εφ  ὅσον ομοίως προς Αυτόν απέθανον. Θα αναστηθούν εν πρώτοις αι ψυχαί των πιστών, έπειτα δε, κατά την ημέραν της Κοινής  Αναστάσεως, και τα σώματα.  Εὰν ο Κυριος μετά την ανάστασιν Αυτού εν δεδοξασμένη σαρκί ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εις τα δεξιά του Θεού, ούτω και ημείς μετά δεδοξασμένων σωμάτων, δια της δυνάμεως του  Αγίου Πνεύματος, θα αναληφθώμεν εις τους ουρανούς και θα καταστώμεν «συγκληρονόμοι Χριστού» και «κοινωνοί της Θεότητος» (Α´ Πετρ. δ´ 13, Β´ Πετρ. α´ 4, Ρωμ. ζ´ 17, Β´ Τιμ. β´ 11-12 κ.α.).