18/9/17

Αγάπη και ελευθερία


Η αγάπη δεν μαθαίνεται στα βιβλία. Μόνο η ποίηση μπο­ρεί να την επικαλεσθεί, όπως το Άσμα Ασμάτων. Ένας ποιητής από την Αραβία διηγείται τα εξής· «ένας άνθρωπος χτυπά την πόρτα  του  αγαπημένου.   Αυτός  τον ρωτά· ποιος είσαι; Ο άνθρωπος απαντά· εγώ είμαι. Ο αγαπη­μένος του λέγει· πήγαινε, δεν ήλθε ακόμη ο χρόνος για να εισέλθεις. Ύστερα από ένα μακρινό ταξίδι, ξαναμμένος από φλόγα, ξανάρχεται ο δυστυχισμένος και πλησιάζει την πόρτα του αγαπημένου. Χτυπά και ο αγαπημένος ρωτά· ποιος είναι; Ο άνθρωπος απαντά· είσαι συ. Τότε, απαντά ο αγαπημένος, μπορείς να έλθεις κοντά μου».

Όπως ο Υιός γεννήθηκε προαιωνίως, έτσι ο άνθρωπος πού διαλέγει την αλήθεια, γεννιέται από αυτήν και τη δια­λέγει αιώνια, και κάθε φορά τη ζει εκ νέου. Το μόνο αντι­κείμενο που θα μπορούσε μια ελευθερία να το γυρεύει και να το επιθυμεί είναι να περιλάβει μέσα της το αχώρητο — ένα πράγμα απόλυτα έξω από τη λογική, χωρίς θεμέλιο μέσα στον κόσμο και όμως απόλυτα επιβεβλημένο. Είναι κάτι παράλογο, όπως το γεγονός ότι πρώτος ο Θεός μας αγάπησε (Α´ Ιω. 4, 10) και μας έδωσε τη δυνατότητα να προαισθανθούμε κάτι από τη θεία ελευθερία. Στην αγάπη του, ο Θεός μας αγαπά ανιδιοτελώς, χωρίς καμιά αξιομισθία από μέρους μας. Έτσι η αγάπη Του πάντοτε είναι ένα δώρο πού εμπνέει την ελευθερία της δικής μας αντα­ποκρίσεως.

π. Παύλος Ευδοκίμωφ


13/9/17

Ο σταυρός που με σώζει


Δεν μπορούμε να αυτοπραγματωθούμε χωρίς αυτή την   κοινωνία μας με τους άλλους. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε την πόρτα του άλλου, να γκρεμίσουμε τον τοίχο που περικλείει τον άλλον και τον τοίχο πού περικλείει κι εμάς τους ίδιους, χωρίς την εμπειρία του Σταυρού. Ο Χριστός γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού. Μόνο ο Σταυρός γκρεμίζει τείχη. Εισερχόμαστε στη ζωή δια της επικοινωνίας με τους άλλους. Εισερχόμαστε στη μετοχή του Θεού δια του Σταυρού  και λαμβάνουμε από τον Χριστό τη δύναμη να Τον συνοδεύουμε. Ο σύγχρονος πολιτισμός πάσχει απ’ αυτή την απομόνω­ση του ανθρώπου.

Είδα ένα σύγχρονο νοσοκομείο. Εντυπωσιάστηκα από την εξαιρετική τεχνολογία. Εντελώς τυχαία, διέ­κρινα μέσα από μια ανοιχτή πόρτα, δύο γυναίκες ξαπλωμένες, σχεδόν εξαντλημένες, να μην μπορούν να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά. Κανείς πλάι τους, να τους πει ένα λόγο...

Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε το πρόσωπο με την τεχνική. Προτιμώ να μείνω στη φτώχεια μου και να είμαι με τη γυναίκα μου και με την κόρη μου. Γι αυτό χρειάζεται να έχουμε αγάπη, να προσφερόμαστε. Είναι δύσκολο: μας ξεβολεύει. Αν όμως απο­φεύγουμε να είμαστε πλάι  στον άλλον, θα υποφέρουμε δοκιμασίες ίσως και αιώνιες. Ο σταυρός που με σώζει δεν είναι τα δικά μου βάσανα, αλλά τα βάσανα των άλλων: πάσχει για μένα, πάσχω για εκείνον. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό πάσχει για τους άλλους, όχι για τον Εαυτό Του, ή για μια ομάδα εις βάρος κάποιας άλλης ομάδας.

π. Δημήτριος Στανιλοάε

11/9/17

Σημεία των καιρών...


Ένας αδελφός το φωτογράφησε στις προθήκες ψιλικατζίδικου. Δεν είναι αστείο, γιατί δεν είναι μοναδική περίπτωση. Λαϊκές φυλλάδες μοιράζουν αμφισβητούμενης εγκυρότητας βιβλία με λόγια του Οσίου Παϊσίου, ψευδοπροφητείες "γερόντων" και τώρα... μύρο αγιορείτικο προσφορά σε φτηνοπεριοδικό! Σημεία των καιρών...

10/9/17

Για τον φθόνο και την κατάκριση...





   Γέ­ρων Σω­φρό­νιος Σαχάρωφ

Ποι­ό εί­ναι το ό­πλο του ε­χθρού ε­ναν­τί­ον της σω­τη­ρί­ας μας; Ο φθό­νος. Στο Ευ­αγ­γέ­λιο ο Πι­λά­τος γνω­ρί­ζει ό­τι οι Ε­βραί­οι θέ­λουν να σκο­τώ­σουν τον Χρι­στό α­πό φθό­νο. Ο φθό­νος εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη δύ­να­μη του ε­χθρού. Γι’ αυ­τό, πά­νω α­πό ό­λα πρέ­πει ν’ α­πο­φεύ­γου­με το λο­γι­σμό της ζη­λο­φθο­νί­ας.

Η ζή­λεια εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λων των αν­θρώ­πων α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την κοι­νω­νι­κή τους θέ­ση. Κά­ποι­ος εί­ναι πάν­το­τε δυ­να­τό­τε­ρος α­πό μας. Οι άλ­λοι έ­χουν πάν­τα κά­τι που θα θέ­λα­με κι ε­μείς να έ­χου­με. Στην κα­τά­στα­ση της ζή­λειας α­πω­θού­με τους άλ­λους· και η ζω­ή κα­ταν­τά πράγ­μα­τι σαν ει­κό­να του Θε­ού α­μαυ­ρω­μέ­νη και τα­ραγ­μέ­νη.

Προ­σπα­θεί­στε να μην κα­τη­γο­ρεί­τε πο­τέ τον άλ­λον, αλ­λά να προ­σεύ­χε­σθε γι’ αυ­τόν. Ό­ταν κρί­νου­με κά­ποι­ον για τα ε­λατ­τώ­μα­τά του, ση­μαί­νει ό­τι δεν βλέ­που­με τα δι­κά μας.


Σταυρός, πιστών το στήριγμα...

    

... "Να σηκώσουμε τον Σταυρό μας", σημαίνει ότι παλεύουμε να διδαχτούμε πως να ανακαλύπτουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Γιατί τον Σταυρό δεν τον κουβαλάμε μόνον όταν περνάμε μια δοκιμασία, όταν αρρωσταίνουμε, όταν έχει κρίση η χώρα μας, αλλά κάθε μέρα σηκώνουμε τον Σταυρό της πάλης με την κακία μας, τον Σταυρό του φόβου της φθοράς και του θανάτου, τον Σταυρό της πάλης με οτιδήποτε μας χωρίζει από τον συνάνθρωπο και τον Θεό. 


"Να Τον ακολουθήσουμε" σημαίνει να Τον εμπιστευτούμε, να παραδοθούμε στον Λόγο Του, να ζήσουμε με το παράδειγμά Του, να κάνουμε την ζωή μας ευαγγέλιο, επιθυμία μας τα "καλά νέα" που φέρνει ο Χριστός και χώρα μας την Εκκλησία, να μάθουμε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας...

ΑΓΑΠΗ, VI

«Η α­γά­πη Της ή­ταν τέ­λεια. Α­γα­πού­σε ά­πει­ρα τον Θε­ό και Υι­ό Της, αλ­λ’ α­γα­πού­σε και το λα­ό με με­γά­λη α­γά­πη.»  (γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ)

Πάλλευκο το περιστέρι
της ψυχής Σου
σ’ ετοίμαζε για τα μελλούμενα.
Απ’ τα μικράτα Σου
η ματιά συμπόνια,
το χέρι χάδι και φροντίδα
τα χείλη προσευχή,
το μέτωπο ν’ ακολουθεί
το γόνυ της ψυχής Σου,
σαν κλίνει.
Το πιο ευωδιαστό θυμίαμα
στο Ναό, Εσύ,
ν’ αγαπάς το λαό που
πρόστρεχε
με τον τρόπο που ήξερε
ως τότε να λατρεύει.
Εναπέθεταν το πρόσφορο
της ψυχής τους
στα άμωμά Σου χέρια
χωρίς να φαντάζονται
πως η παιδούλα
θα γινόταν Κλίμακα, Μεσίτρια, Παντάνασσα.
Είχες γίνει Μάνα, πριν γίνεις
Αφουγκραζόσουν την ανάγκη, τον πόνο
την παράκληση.
Είχες προσφερθεί, τι άλλο να προσφέρεις;

Ρομφαία έσχισε την καρδιά Σου,
σαν είδες τον Υιό Σου
στο Σταυρό.
Ήξερες, μα η αγάπη Σου
δεν άντεχε να βλέπει
την Αγάπη σταυρωμένη.
Ο λαός που διακονούσες,
τώρα σταυρωτής.
Ήξερες την ανάγκη του,
την απ’ αιώνων καταδίκη του…
Πώς να βάλεις την αγάπη Σου
πάνω απ’ τη δική του ανημπόρια;
Παράστεκες λυμένη τον Ηγαπημένο,
ως όριζε ο νόμος της άφατης Αγάπης.

 Ειρήνη Ζαμάνη



29/8/17

Πείτε κάτι και για εκείνους που απέτυχαν !

  


 Λίλα Σταμπούλογλου

... Αλλά ξέρετε κάτι; Ενδιαφέρουσες ιστορίες κρύβονται και πίσω απ’ την αποτυχία. Ίσως και καλύτερες, και πιο συγκινητικές και πιο διδακτικές στην ουσία τους. Γιατί τις σνομπάρουμε τόσο; Γιατί να μην μάθουμε για το παιδί που δεν πέρασε πουθενά; Μπορεί να είναι ένας αλητάκος που πήγε αδιάβαστος γιατί το μόνο που ήθελε είναι να φεύγει απ’ το σπίτι για να μην ακούει τους γονείς του να τσακώνονται, ή τον πατέρα του να χτυπάει τη μάνα του, ή τον αδελφό του να έρχεται μαστουρωμένος. Μπορεί να είναι μια πιτσιρίκα που την έφαγε ο έρωτας μ’ έναν αλητάκο, μπορεί να είναι ένα δυσλεκτικός που οι γονείς του ποτέ δεν κατάλαβαν πώς να τον βοηθήσουν, μπορεί να είναι ένας πιτσιρικάς που δεν μπορούσε να διαβάζει γιατί δούλευε, επειδή οι γονείς του είναι άνεργοι, ή άχρηστοι....
 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ...





φωτό: pcris


Σάβ­βα­το βρά­δυ, αρ­χές Σε­πτεμ­βρί­ου. Το βου­η­τό της πό­λης μο­νό­το­νο κι ε­κνευ­ρι­στι­κό.  Οι κα­λο­και­ρι­νές ά­δει­ες τε­λεί­ω­σαν κι ό­λοι γύ­ρι­σαν πί­σω. Συ­ζη­τή­σεις στα Α­θη­να­ϊ­κά μπαλ­κό­νια για τους τό­πους των δι­α­κο­πών, τις πα­ρα­λί­ες, τις «μπα­τα­ρί­ες που γέ­μι­σαν», τα χρή­μα­τα που ξο­δεύ­τη­καν. Κου­βέν­τες για ό­μορ­φα νη­σιά και ε­ξω­τι­κές πα­ρα­λί­ες, για τα­ξί­δια στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για γα­στρο­νο­μι­κές παν­δαι­σί­ες, για εν­τυ­πω­σια­κά κλαμπ, για πο­λύ­ω­ρες οι­νο­πο­σί­ες, για ε­ρω­τι­κές «πε­ρι­πέ­τει­ες». Να κρα­τού­σε κι άλ­λο η κα­λο­και­ρι­νή σχό­λη, να εί­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα και να μην δου­λεύ­α­με, να κερ­δί­ζα­με το λα­χεί­ο... Ε­πί­φα­ση ευ­τυ­χί­ας σε η­λι­ο­κα­μέ­να πρό­σω­πα, μα οι ψυ­χές βα­ρι­ές και δυ­σκο­λε­μέ­νες.  Κά­θε Σε­πτέμ­βριο η ί­δια πάν­τα θλί­ψη, η ί­δια πάν­τα α­παι­σι­ο­δο­ξί­α...


11/8/17

Στην Παναγία μας...




   
Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος Σα­χά­ρωφ


Η Πα­να­γί­α μας , πό­νε­σε πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις γυ­ναί­κες , πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις μα­νά­δες του κό­σμου, για­τί κα­νέ­να δεν έ­βλα­ψε , σε κα­νέ­να δεν έ­κα­νε κα­κό κι΄ ό­μως Της έ­κα­ναν το με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό ό­λης της οι­κου­μέ­νης. Σταύ­ρω­σαν Τον Υι­ό Της .

Και αν­τι­κρύ­ζον­τάς Τον πά­νω Στο Σταυ­ρό , πό­νε­σε τό­σο η καρ­διά της… Γι΄ αυ­τό μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει την κά­θε πο­νε­μέ­νη ύ­παρ­ξη, και συμ­πά­σχει με τον κά­θε άν­θρω­πο που πο­νά, για­τί α­κρι­βώς , ξέ­ρει τι πά­ει να πει «πό­νος».


Ό­ταν η ψυ­χή κα­τέ­χε­ται α­πό την α­γά­πη του Θε­ού, τό­τε, ω, πώς εί­ναι ό­λα ευ­χά­ρι­στα, α­γα­πη­μέ­να και χαρ­μό­συ­να! Η α­γά­πη, ό­μως, αυ­τή συ­νε­πά­γε­ται θλί­ψη· και ό­σο βα­θύ­τε­ρη εί­ναι η α­γά­πη, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι και η θλί­ψη.


Η Θε­ο­τό­κος δεν α­μάρ­τη­σε πο­τέ, ού­τε καν με το λο­γι­σμό, και δεν έ­χα­σε πο­τέ τη χά­ρη, αλ­λά και Αυ­τή εί­χε με­γά­λες θλί­ψεις. Ό­ταν στε­κό­ταν δί­πλα στο Σταυ­ρό, τό­τε ή­ταν η θλί­ψη Της α­πέ­ραν­τη σαν τον ω­κε­α­νό, και οι πό­νοι της ψυ­χής Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ροι α­πό τον πό­νο του Α­δάμ με­τά την έ­ξω­ση α­πό τον Πα­ρά­δει­σο, για­τί και η α­γά­πη Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ρη α­πό την α­γά­πη του Α­δάμ στον Πα­ρά­δει­σο. Και αν ε­πέ­ζη­σε, ε­πέ­ζη­σε μό­νο με τη θεί­α δύ­να­μη, με την ε­νί­σχυ­ση του Κυ­ρί­ου, για­τί το θέ­λη­μά Του ή­ταν να δει η Θε­ο­τό­κος την Α­νά­στα­ση και ύ­στε­ρα, με­τά την Α­νά­λη­ψή Του, να πα­ρα­μεί­νει πα­ρη­γο­ριά και χα­ρά των Α­πο­στό­λων και του νέ­ου χρι­στι­α­νι­κού λα­ού.


Ε­μείς δεν φτά­νου­με στο πλή­ρω­μα της α­γά­πης της Θε­ο­τό­κου, και γι’ αυ­τό δεν μπο­ρού­με να εν­νο­ή­σου­με πλή­ρως το βά­θος της θλί­ψε­ώς Της. Η α­γά­πη Της ή­ταν τέ­λεια. Α­γα­πού­σε ά­πει­ρα τον Θε­ό και Υι­ό Της, αλ­λ’ α­γα­πού­σε και το λα­ό με με­γά­λη α­γά­πη. Και τι αι­σθα­νό­ταν ά­ρα­γε, ό­ταν ε­κεί­νοι, που τό­σο πο­λύ η ί­δια α­γα­πού­σε και που τό­σο πο­λύ πο­θού­σε τη σω­τη­ρί­α τους, σταύ­ρω­ναν τον α­γα­πη­μέ­νο της Υι­ό;
Αυ­τό δεν μπο­ρού­με να το συλ­λά­βου­με, για­τί η α­γά­πη μας για τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους εί­ναι λί­γη. Κι ό­πως η α­γά­πη της Πα­να­γί­ας υ­πήρ­ξε α­πέ­ραν­τη και α­κα­τά­λη­πτη, έ­τσι α­πέ­ραν­τος ή­ταν και ο πό­νος της που πα­ρα­μέ­νει α­κα­τά­λη­πτος για μας.


Η Θε­ο­τό­κος δεν πα­ρέ­δω­σε στη Γρα­φή ού­τε τις σκέ­ψεις T­ης ού­τε την α­γά­πη T­ης για τον Υι­ό και Θε­ό T­ης ού­τε τις θλί­ψεις της ψυ­χής T­ης κα­τά την ώ­ρα της σταυ­ρώ­σε­ως, για­τί ού­τε και τό­τε θα μπο­ρού­σα­με να τα συλ­λά­βου­με. Η α­γά­πη T­ης για τον Θε­ό ή­ταν ι­σχυ­ρό­τε­ρη και φλο­γε­ρό­τε­ρη α­πό την α­γά­πη των Χε­ρου­βείμ και των Σε­ρα­φείμ, και ό­λες οι δυ­νά­μεις των αγ­γέ­λων και αρ­χαγ­γέ­λων εκ­πλήσ­σον­ται με Αυ­τήν.